Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2013

Εισήγηση του Δρ. Κυριάκου Ιωαννίδη, στην εκδήλωση της ΕΛΜΕ Κεφαλονιάς - Ιθάκης

 Εισήγηση
του Δρ. Κυριάκου Ιωαννίδη, εκπαιδευτικού αναλυτή και συντάκτη του περιοδικού «Θέματα Παιδείας», στην εκδήλωση της ΕΛΜΕ Κεφαλονιάς - Ιθάκης, με θέμα τις εξελίξεις στην εκπαίδευση
Να μείνει στα χαρτιά
το νομοσχέδιο για την αναδιάρθρωση της εκπαίδευσης

Αν και το νομοσχέδιο κατατίθεται σε συνθήκες που η επίθεση είναι ολομέτωπη, σε συνθήκες κρίσης, πρέπει να δούμε πίσω από το καταστροφικό του έργο, του «δημιουργικό», δηλαδή αυτό που ο ίδιος ο τίτλος του λέει: την πλευρά της αναδιάρθρωσης. Φυσικά πρόκειται για μια αναδιάρθρωση αστική, δεν θα μπορούσε να γίνει και αλλιώς άλλωστε. Ωστόσο έχει σημασία να τονίσουμε τι σημαίνει αστική αναδιάρθρωση: δεν είναι πισωγύρισμα, αλλά αντιδραστική απάντηση σε σύγχρονες απαιτήσεις που προκύπτουν από τις εξελίξεις στην οικονομία, στα εργαλεία της παραγωγής, στην ανάπτυξη τομέων και κλάδων της ελληνικής οικονομίας, κι όλα αυτά στο φόντο της ανάγκης ανάκτησης της κερδοφορίας.
Δεύτερο ζήτημα που αποδεικνύει και τα παραπάνω, ότι δηλαδή η συζήτηση έχει προηγηθεί της κρίσης. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι στο διάλογο στα πλαίσια του Συμβουλίου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΣΠΔΕ) που διεξήχθη δηλώνεται ξεκάθαρα από το Υπουργείο Παιδείας ότι έχει ληφθεί υπόψη, όχι μόνο τη συζήτηση αλλά κυρίως τα συμπεράσματα στα πλαίσια του ΣΠΔΕ. Το κράτος λοιπόν έχει συνέχεια και αυτή εξασφαλίζεται και από την ταξικότητα και της εκπαιδευτικής πολιτικής του.

Βασικά σημεία του νομοσχεδίου
ü  Η δομή του «Νέου Λυκείου» θα χαρακτηρίζεται από έντονη διαφοροποίηση στο πρόγραμμα σπουδών μέσω των ομάδων μαθημάτων επιλογής. Η εξέλιξη αυτή συνιστά αντιδραστική στροφή. Το Υπουργείο Παιδείας δηλώνει ξεκάθαρα ότι δε χρειάζεται όλοι να έχουν γενική μόρφωση. Στο «Νέο Λύκειο» θα κυριαρχεί η ατομική διαδρομή του κάθε μαθητή, ένα πρόγραμμα αποσπασματικών γνώσεων σε ευθεία αντιστοιχία με τις δεξιότητες που θέλει το κεφάλαιο για εργατική δύναμη φθηνή και ευέλικτη. Η ταξικότητα εντός του Λυκείου θα εκφράζεται με την τοποθέτηση των μαθητών στη βάση των επιπέδων δυσκολίας. Η ουσία είναι ότι θέλουν τα παιδιά των λαϊκών στρωμάτων να αποδεχθούν από νωρίς ότι θα έχουν χαμηλές απαιτήσεις και ότι γι’ αυτό θα ακολουθούν τα πιο εύκολα επίπεδα.
ü  Αν θέλουμε να συνοψίσουμε την ουσία του «Νέου Λυκείου» θα λέγαμε ότι αυτό θα είναι πιο στενά προσαρμοσμένο στη διαδικασία πρόσβασης σε ΑΕΙ-ΤΕΙ. Όχι μόνο δεν ενισχύεται ο υποτιθέμενος αυτόνομος μορφωτικός ρόλος του Λυκείου όπως ισχυρίζεται η κυβέρνηση αλλά αντίθετα το «Νέο Λύκειο» μετατρέπεται καθαρά σε εξεταστικό κέντρο. Για παράδειγμα, η πολλαπλότητα επιλογών στους θεματικούς κύκλους αναμφίβολα σημαίνει από νωρίς επιλογή.......
σχολής σε ΑΕΙ-ΤΕΙ. Πρόκειται για μια αναγκαία αστική προσαρμογή σε επίπεδο Ελλάδας καθώς στην πλειονότητα άλλων καπιταλιστικών κρατών το Λύκειο αποτελεί διακριτή βαθμίδα περάσματος στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και αντίστοιχα η ΤΕΕ αποτελεί και αυτή διακριτή βαθμίδα παραγωγής ενός ακόμα πιο φθηνού εργατικού δυναμικού.
ü  Το «Νέο Λύκειο» συνδέεται άμεσα με τις αλλαγές στην ΤΕΕ στη γραμμή της δήθεν «αναβάθμισης και ελκυστικότητας της ΤΕΕ» που είναι στρατηγική της ΕΕ, με την επιδίωξη να ανταποκριθεί περισσότερο η ΤΕΕ στις ανάγκες της αγοράς. Σε αυτό το μήκος κύματος συμφωνούν όλοι στο ότι πρέπει να «ενισχυθεί» η ΤΕΕ ως χώρος στον οποίο θα διοχετεύεται το αυξημένο μαθητικό δυναμικό που δεν θα καταφέρνει να προχωρήσει στη βαθμίδα του Γενικού Λυκείου. Γι’ αυτό το λόγο πρέπει να κρατήσουμε το γεγονός ότι η πρόταση αφορά την Β και Γ Λυκείου, υπονοώντας επί της ουσίας ότι στην Α Λυκείου θα υπάρχει ένα ακόμη περιθώριο για ξεσκαρτάρισμα και για άμεση διασύνδεση (κινητικότητα) ΤΕΕ με Λύκειο. Το ξεσκαρτάρισμα αυτό θα επιτυγχάνεται με την άμεση επαφή του μαθητή με το επίπεδο δυσκολίας των επόμενων τάξεων και την άμεση ή και έμμεση αποθάρρυνσή του (με την αξιοποίηση του ΣΕΠ, κ.α.) και σαφώς θα εκφράζει την κοινωνική του θέση και προοπτική. Θα αξιοποιείται βέβαια και το καρότο των προσόντων και της δήθεν πρόσβασης στο επάγγελμα στην ΤΕΕ.
ü  Στο νέο επαγγελματικό λύκειο δίνει ένα πρόγραμμα αποσπασματικών γνώσεων σε ευθεία αντιστοιχία με τις δεξιότητες που θέλει το κεφάλαιο για εργατική δύναμη φθηνή και ευέλικτη.
Η επέκταση της μαθητείας δεν συνιστά λύση στην ανεργία, δεν ικανοποιεί το δικαίωμα για εργασία με δικαιώματα. Η επιλογή κλάδου από την Α τάξη του Επαγγελματικού Λυκείου και η τζάμπα εργασία στις επιχειρήσεις ως μαθητεία, αναδεικνύουν το ναυάγιο της επαγγελματικής εκπαίδευσης μέσα στο πλαίσιο της αστικής διαχείρισης και την προσαρμογή  του  σχολείου στις επιδιώξεις των μονοπωλιακών  επιχειρήσεων, στην πρώιμη εκμετάλλευση και την τζάμπα παιδική εργασία.
Τα ΙΕΚ αναδεικνύονται ως οι κατεξοχήν χώροι παρέμβασης των επιχειρήσεων, η δεξαμενή φθηνών εργαζόμενων που θα πιστοποιούνται κατευθείαν από τις επιχειρήσεις και την αγορά.
Είναι πολύ σημαντικό να τονίσουμε ότι η κυβέρνηση παρόλες τις επισημάνσεις ότι τα ΕΠΑΣ δεν βοήθησαν σε κάτι, στην αναβάθμιση της ΤΕΕ, επί της ουσίας επαναφέρονται με άλλο όνομα, ως μεταγνυμασιακές σχολές κατάρτισης. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει ότι στις συνθήκες του καπιταλισμού, στις συνθήκες όπου η χειρωνακτική εργασία θεωρείται και «κάτεργο» πάντα θα υπάρχει ένας υποβαθμισμένος χώρος προετοιμασίας ενός τέτοιου δυναμικού.
  
Αντιμετώπιση της κυβερνητικής προπαγάνδας
1. Είναι, λένε οι αστοί, αναγκαίο να μειωθούν τα μαθήματα για να απαλλαχτεί ο μαθητής και η οικογένειά του από το άγχος και από το φροντιστήριο.
Καταρχήν είναι πρόκληση, αυτοί που ξεζουμίζουν το λαό, που σπρώχνουν τα παιδιά του στην ανεργία να κόπτονται για το άγχος της λαϊκής οικογένειας. Ας περάσουμε όμως στην ουσία. Αυτό που θέλουν είναι να ισοπεδώσουν προς τα κάτω τη μόρφωση των παιδιών του λαού, θέλουν να πείσουν ότι για αυτούς που προορίζονται για εργάτες δε χρειάζεται προσπάθεια για διάβασμα, απλά και μόνο αναζήτηση και γκουκλάρισμα στο internet.
Γι’ αυτό η βασική εκπαίδευση μετατρέπεται στο ελάχιστο μορφωτικό υπόβαθρο σε ένα minimum: γραφής, ανάγνωσης, αρίθμησης, επικοινωνία σε ξένες γλώσσες και χειρισμό ηλεκτρονικού υπολογιστή, που θα συμπληρώνεται κάθε φορά από μια βραχυπρόθεσμη επαγγελματική κατάρτιση. Η πιο επιθετική προώθηση των δεξιοτήτων για τη δια βίου μάθηση στο πρόγραμμα του Λυκείου αποτελεί αντιδραστική απάντηση της αστικής τάξης στην αντικειμενική τάση επέκτασης της γενικής μόρφωσης όπως αυτή διαμορφώνεται από τις εξελίξεις στην επιστήμη και την τεχνολογία. Ενώ σήμερα η τεχνολογία και η επιστήμη δίνει τη δυνατότητα ολόπλευρης μόρφωσης, το κεφάλαιο περιορίζει αυτή την ανάγκη, τη διαστρέφει προς την απόκτηση των αναγκαίων ελάχιστων γνώσεων για την αναπαραγωγή του φθηνού και ευέλικτου εργατικού δυναμικού, του ανθρώπου που δε θα έχει αποκτήσει μια αντικειμενική πυξίδα προσανατολισμού στην πραγματικότητα, που θα χαρακτηρίζεται από το σχετικισμό και τον υποκειμενισμό
2. Το ερώτημα που θέτει η κυβερνητική προπαγάνδα και καλεί το λαό να απαντήσει, το δίλλημα:«αναχρονιστικές γνώσεις και ανεργία ή δεξιότητες και σύνδεση με την αγορά εργασίας» είναι αντιδραστικό και ψευδές. Καταρχήν η ανεργία δε μπορεί να λυθεί από την εκπαίδευση, είναι φαινόμενο σύμφυτο με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Ας μας απαντήσουν οι αστοί: σε καπιταλιστικά κράτη που έχει προχωρήσει η έμφαση στις δεξιότητες, έχει λυθεί το πρόβλημα της ανεργίας; Σαφώς και όχι! Μήπως το περίφημο Φινλανδικό μοντέλο με την έμφαση στις δεξιότητες του προγράμματος ΠΙΖΑ έλυσε το πρόβλημα της ανεργίας; Όχι μόνο δεν το έλυσε, αλλά σύμφωνα και με αστούς μελετητές, το επίπεδο των μαθητών χειροτέρευσε, ενώ η Φινλανδία εκτός από τις πρωτιές της στους διαγωνισμούς του ΟΟΣΑ, πρωτεύει και σε αυτοκτονίες μαθητών!
3. Ταυτόχρονα, η επίθεση της κυβέρνησης στο λαϊκό εισόδημα, η αύξηση του αριθμού των ανέργων σε τέτοια έκταση ώστε η δυνατότητα της λαϊκής οικογένειας να στείλει τα παιδιά της φροντιστήριο, περιορισμένη ούτως ή άλλως και προ κρίσης, γίνεται μηδαμινή. Κατά τα άλλα, όλοι οι άλλοι παράγοντες που δημιουργούν την ανάγκη για φροντιστήριο όχι μόνο δεν καταργούνται αλλά αντίθετα γενικεύονται και προωθούνται και σε ανώτερο επίπεδο. Το πλήθος από αξιολογικές δοκιμασίες στο Λύκειο, ο συνυπολογισμός του βαθμού σε Β και Γ Λυκείου, όλα αυτά δημιουργούν αντικειμενικούς όρους όξυνσης του ανταγωνισμού, άρα ανάγκης να ανταγωνιστεί ο κάθε μαθητής με τον άλλον. Αντικειμενικά αυτή η τάση διαμορφώνει όρους και πιο μαζικής στροφής προς την ψευτοκατάρτιση της ΤΕΕ.

Ποια πρέπει να είναι η απάντηση του κινήματος;
Καταρχήν το κίνημα πρέπει να απαντήσει ενιαία.
Οι εκπαιδευτικοί στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση αρχίζουν να κοιτούν τις εγκυκλίους για τη νέα χρονιά και το νομοσχέδιο που δημοσιεύτηκε για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, μετρώντας τις ώρες της ειδικότητάς τους, υπολογίζοντας αν μειώνονται κι αν κινδυνεύουν οι οργανικές τους θέσεις. Ετσι φτάνουμε σε σημεία να επιχειρηματολογούν για παράδειγμα κάποιοι για τη μείωση των ωρών ενός μαθήματος, όχι από τη σκοπιά του αν είναι χρήσιμο το μάθημα για τους μαθητές και πόσες ώρες απαιτεί το μάθημα για να διδαχτεί, αλλά από τη σκοπιά του ότι η μείωση των ωρών θα μειώσει θέσεις εκπαιδευτικών...
Το σίγουρο είναι ότι κανένας εκπαιδευτικός δεν περισσεύει. Για να κερδηθεί όμως αυτό, δε βοηθάει η συντεχνιακή αντιπαράθεση μεταξύ των εκπαιδευτικών διαφορετικών ειδικοτήτων.
Ας μην ξεχνάμε τα εξής: κανένας εκπαιδευτικός και κανένας κλάδος δεν μπορεί να περιμένει τη σωτηρία του από ένα συνολικά αντιδραστικό νομοσχέδιο, δεν μπορεί και δεν πρέπει να συνδέει τις τύχες του με την εφαρμογή ενός αντιλαϊκού εκπαιδευτικού προγράμματος.
Είναι ανάγκη το ίδιο το κίνημα σήμερα να ανεβάσει τον πήχη των διεκδικήσεων του μπολιάζοντας τες με το αναγκαίο συμπέρασμα για τις πολιτικές και οικονομικές προϋποθέσεις για την υλοποίησή τους, στοχεύοντας δηλαδή στο ζήτημα της εξουσίας. Προϋπόθεση γι’ αυτό είναι να μην πατάει τις μπανανόφλουδες των αστικών χειρισμών και της κυβερνητικής προπαγάνδας, να έχει γραμμή συνολικής αντίθεσης στην ουσία των αλλαγών με κριτήριο τις λαϊκές ανάγκες. Απαιτείται βαθύτερη κατανόηση ότι για να πάψει το σχολείο να είναι απαρχαιωμένο πρέπει να πάψει να είναι αστικό και ταυτόχρονα να αποδεικνύεται το καινούργιο που φέρνει και τα προβλήματα που θα λύσει η λαϊκή παιδεία.
Σήμερα υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις ώστε η βασική-γενική εκπαίδευση να διευρυνθεί ποιοτικά και ποσοτικά. Η εξασφάλιση βασικής-γενικής εκπαίδευσης ως τα 18 χρόνια που ο άνθρωπος ενηλικιώνεται ψυχικά, πνευματικά, κοινωνικά και βιολογικά μέσα από Ενιαίο Δωδεκάχρονο Υποχρεωτικό Σχολείο με σκοπό την ολόπλευρη διαμόρφωση της προσωπικότητας κάθε νέου πριν από την επαγγελματική επιλογή, αποτελεί αδήριτη ανάγκη της εποχής. 
Από τη σκοπιά των σύγχρονων μορφωτικών λαϊκών αναγκών ενιαία Βασική εκπαίδευση και επέκταση της υποχρεωτικής δε μπορεί να υπάρξει με διαχωρισμό των βαθμίδων, με αυτοτελή ύπαρξη του σημερινού Λυκείου, προσανατολισμένου σε όσους θα συνεχίσουν στα ΑΕΙ. Και αν πράγματι η βαθμίδα του Λυκείου αποτελεί «υπόλειμμα» ξεπερασμένων σταδίων ανάπτυξης, τότε μήπως η φιλολογία που συνοδεύει τις σύγχρονες αλλαγές για το Λύκειο και υποστηρίζει ότι αυτό πρέπει «να ξαναβρεί το χαμένο χαρακτήρα του», εννοεί επί της ουσίας μια εκσυγχρονισμένη αντιδραστική επαναφορά του ελιτίστικου Λυκείου;
Άλλωστε, είναι επιβεβαιωμένο από πολλές εκπαιδευτικές έρευνες ότι ακριβώς στο σημείο καμπής που αφορά τη μετάβαση από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο και από το Γυμνάσιο στο Λύκειο σημειώνεται έκρηξη της σχολικής διαρροής καθώς στο σημείο αυτό εκ των πραγμάτων είναι τοποθετημένο το ζήτημα της επαγγελματικής επιλογής ή της ανάγκης για δουλειά από νωρίς τα οποία άλλωστε εκφράζουν και τις ταξικές ανισότητες και αφετηρίες των μαθητών.

Όταν κάνουμε λόγο για γενική παιδεία δεν έχουμε στο μυαλό μας το παραδοσιακό Λύκειο, δεν έχουμε στο μυαλό μας δηλαδή το σχολείο της θεωρίας που είναι απόλυτα προσανατολισμένο στις εισαγωγικές εξετάσεις.  Βασικό στοιχείο του ενιαίου δωδεκάχρονου είναι ο πολυτεχνικός χαρακτήρας του.

«Η μεγάλη ανάγκη της βασικής εκπαίδευσης στην εποχή μας είναι ένα σχολείο με πολυτεχνικό ορίζοντα, που δε θα αναπτύσσει μονομερώς μια ικανότητα των νέων για απασχόληση, αλλά όλες τις ικανότητές τους, θα μορφώνει πολύπλευρα την προσωπικότητά τους και θα διαπλάθει ανθρώπους ικανούς ν’ αντιμετωπίσουν δημιουργικά την εργασία τους και τη ζωή τους, σε όποιο ή όποια επαγγέλματα μελλοντικά θα υπηρετήσουν».
Σύμφωνα με το σοβιετικό μελετητή Β.Α.Μποσένκο:
«Είναι φανερό ότι μόνο ο πολυτεχνισμός στο σχολείο, που εξοικειώνει με βάση το Λένιν "στη θεωρία και στην πράξη με τις βασικές πτυχές της παραγωγής" σε ενότητα με τη νοητική και τη φυσική αγωγή όλων ανεξαιρέτως των παιδιών (και των δύο φύλων) και καθενός στον ίδιο βαθμό, μπορεί να εξασφαλίσει τη σωστή φυσιολογική διαμόρφωση, την ανάπτυξη του ανθρώπου και μαζί μ' αυτό την καθολική ετοιμότητα προς εργασία σ' οποιαδήποτε μορφή της» (Θέματα Παιδείας, τεύχος 17-18).

«Η πολύπλευρη μόρφωση δεν μπορεί να εξασφαλιστεί από το παραδοσιακό σχολείο Γενικής Εκπαίδευσης. Αυτό είναι σχολείο θεωριτίστικο, των αποσπασματικών γνώσεων και της παθητικής απομνημόνευσης. Σχολείο των ταξικών φραγμών και της προετοιμασίας των “ειδικών” επιστημόνων, για την αναπαραγωγή της κοινωνικής και οικονομικής δομής του συστήματος»
Ο πολυτεχνικός χαρακτήρας του Ενιαίου Δωδεκάχρονου δε σημαίνει ότι αυτό ανήκει στην Επαγγελματική εκπαίδευση, «δεν αποβλέπει δηλαδή να φτιάξει ειδικούς επαγγελματίες, αλλά είναι σχολείο γενικής μόρφωσης. Πολύπλευρη μόρφωση δεν μπορεί να δοθεί από το τεχνικοεπαγγελματικό σχολείο, το πρακτικίστικο σχολείο των σύγχρονων προλετάριων. Σχολείο των αποσπασματικών εμπειριών και της παθητικής ένταξης στην παραγωγή».
Από την άποψη των εκπαιδευτικών προϋποθέσεων, η λύση του εξεταστικού είναι αναπόσπαστη από τη δημιουργία σχολείου γενικής μόρφωσης που θα μορφώνει και θα καλλιεργεί πολύπλευρα την προσωπικότητα κάθε μαθητή ως την ενηλικίωσή του ώστε να μπορεί να επιλέξει αν θα συνεχίσει στην ανώτατη ή στην επαγγελματική εκπαίδευση ή αν άμεσα θα εργαστεί. Απαιτείται δηλαδή η συγκρότηση συστήματος δημόσιας και δωρεάν επαγγελματικής μόρφωσης μετά τη δωδεκάχρονη εκπαίδευση,  αναδιαμόρφωση πραγματικά Ενιαίας Ανώτατης Εκπαίδευσης αποκλειστικά δημόσιας και δωρεάν, χωρίς διάσπαση των προπτυχιακών σπουδών σε κύκλους, «σύντομους» ή δήθεν «μεταπτυχιακούς», και κατηγοριοποίηση, πολυτυπία των ιδρυμάτων.
Σε αυτή την προοπτική οι δρόμοι της εκπαίδευσης και της μόρφωσης δεν κλείνουν. Κανείς δεν περισσεύει! Ο άνθρωπος, η πιο σημαντική παραγωγική δύναμη δεν απαξιώνεται, η συνεχής άνοδος στη μόρφωση του ανθρώπου γίνεται αναγκαιότητα της κοινωνίας.
Σήμερα, το περιεχόμενο των αναγκαίων γνώσεων έχει αλλάξει, έχει βαθύνει. Ταυτόχρονα δημιουργούνται νέες απαιτήσεις ώστε να συμπεριληφθούν στο ήδη υπάρχον πρόγραμμα σπουδών νέες επιστημονικές ανακαλύψεις. Θεωρούμε ότι αυτό μπορεί να γίνει μόνο στη βάση ενός στέρεου θεωρητικού υπόβαθρου.
Στο άρθρο του ανατολικογερμανού Neuner διαβάζουμε ότι:
Στην εργασία για τα διδακτικά προγράμματα και τα διδακτικά υλικά του Δεκάχρονου και του Διευρυμένου Σχολείου ενεργήσαμε συνειδητά αντίθετα προς την τάση να διαγράφουμε βασικές σφαίρες της Εκπαίδευσης χάριν νέων μαθημάτων. Η τάση να αντιδρά κάποιος πολύ γρήγορα σε νέα προβλήματα εξέλιξης με το να συγκροτεί νέα μαθήματα, όπως διδάσκουν διεθνείς εμπειρίες, οδηγεί εν μέρει στο να διατηρούνται  παραδοσιακά μαθήματα σ’ εκείνο το τμήμα της υπόστασής τους, που ο εκσυγχρονισμός του είναι ληξιπρόθεσμος. Αυτό δεν οδηγεί μόνο σε περίπλοκα προβλήματα του ωρολογίου προγράμματος, γιατί ο χρόνος  για νέα μαθήματα μπορεί να κερδηθεί μόνο με περικοπή των υπαρχόντων μαθημάτων. Αλλά και αποτελματώνεται η αναγκαία περαιτέρω εξέλιξη του περιεχομένου των παραδοσιακών μαθημάτων σύμφωνα με νέες τάσεις εξέλιξης και εμπειρίες. Έναντι τούτου ακολουθούμε τη γραμμή να διατηρούμε τη βασική υπόσταση της Γενικής Εκπαίδευσης και ταυτόχρονα  λαβαίνοντας  υπόψη τις νέες εξελίξεις να την εκσυγχρονίζουμε»
Ως προς τη σχέση του σχολείου με την οικονομία τονίζουμε ότι αυτή υπάρχει ούτως ή άλλως. Το θέμα είναι οι όροι σύνδεσης που εξαρτούνται από το ζήτημα του ποια τάξη έχει την εξουσία και τα μέσα παραγωγής. Το πρόβλημα του αστικού σχολείου και ιδιαίτερα του Λυκείου είναι ότι στο έδαφος των αλλαγών στην οικονομία προετοιμάζει «ειδικούς» χωρίς θεωρητική υποδομή και έτσι αναλώσιμους.
Πώς απαντάει ο Μποσένκο:
«Ο διαχωρισμός της σχολικής εκπαίδευσης σε κύκλους - κατευθύνσεις "εγκλωβίζει" τα παιδιά, τα κάνει μονόπλευρα και ελαττωματικά ακόμη και αν στον κύκλο του το παιδί πρόλαβε και κατάχτησε την τελειότητα. Είναι φανερό ότι μόνο ο πολυτεχνισμός στο σχολείο, που εξοικειώνει με βάση το Λένιν "στη θεωρία και στην πράξη με τις βασικές πτυχές της παραγωγής" σε ενότητα με τη νοητική και τη φυσική αγωγή όλων ανεξαιρέτως των παιδιών (και των δύο φύλων) και καθενός στον ίδιο βαθμό, μπορεί να εξασφαλίσει τη σωστή φυσιολογική διαμόρφωση, την ανάπτυξη του ανθρώπου και μαζί μ' αυτό την καθολική ετοιμότητα προς εργασία σ' οποιαδήποτε μορφή της. Και μόνο μετά από μια τέτοια πλατειά βάση, δηλαδή μετά την ολοκλήρωση του γενικού σχολείου, του σχολείου που διαμορφώνει ολόπλευρα, που εξασφαλίζει ίση και γενική ωρίμανση για κάθε μέλος της κοινωνίας, γίνεται εφικτή η γρήγορη αφομοίωση και εκτέλεση της οποιασδήποτε μορφής δραστηριότητας, εξασφαλίζεται η προσαρμοστικότητα του εργαζόμενου στην εργασία που αλλάζει συνεχώς, η ετοιμότητα για ενεργητική κινητικότητα ως προς την αλλαγή των μορφών εργασίας (η οποία είναι αναπόφευκτη στις μέρες μας). Με αυτό τον τρόπο εξασφαλίζεται η ελευθερία της επιλογής του είδους δραστηριότητας, επιλογή από αγάπη και όχι συμφέρον, με βάση τις κλίσεις που έχουν ήδη διαμορφωθεί και είναι ώριμες και όχι με μονόπλευρη, πρόωρη και ελλιπή σε ορισμένα αντικείμενα προετοιμασία ή κάτω από την επίδραση των μεγαλυτέρων, κάτω από την πίεση του ψυχολόγου, ο οποίος σε μια μικρή παιδική ηλικία καθόρισε για το παιδί το "προορισμένο" γι' αυτό επάγγελμα. Και τέλος εξασφαλίζει τη δυνατότητα της αλλαγής του είδους δραστηριότητας. Το τελευταίο γενικώς πρέπει να γίνει τρόπος δραστηριότητας κάθε ατόμου. Η διέξοδος βρίσκεται στον πολυτεχνισμό.
Διέξοδος υπάρχει μονάχα στην αρχική βασική συλλογική εκπαίδευση όχι με τη συσσώρευση γνώσεων και με την αναπαραγωγή τους, αλλά έτσι ώστε αυτές να μεταμορφώνονται, να συμπυκνώνονται, να μετασχηματίζονται σ’ αυτό που θα επιτρέψει στα νεαρά άτομα σε νέες συνθήκες και αλλαγές της δεδομένης κατάστασης να λύνουν εντελώς νέα πρωτόγνωρα προβλήματα, δηλαδή σε μέθοδο.[…]

Το Ενιαίο Δωδεκάχρονο Βασικό σχολείο αποβλέπει στη μόρφωση όλων των ανθρώπων, χωρίς ταξικούς φραγμούς και διακρίσεις, και δε διαφοροποιείται για να υπηρετήσει την ταξική επιλογή, τότε διαφέρει ριζικά και από το παραδοσιακό γενικό σχολείο και από το τεχνικοεπαγγελματικό, που αναπαράγουν τον ταξικό καταμερισμό εργασίας και την αντίθεση ανάμεσα στην πνευματική και χειρωνακτική εργασία. Απορρίπτουμε την αποσπασματική γνώση και την πρόωρη ειδίκευση, το διαχωρισμό θεωρίας και πράξης, της επιστήμης από την εφαρμογή της στη ζωή και την παραγωγή. Η μεγάλη ανάγκη της βασικής εκπαίδευσης στην εποχή μας είναι ένα σχολείο με πολυτεχνικό ορίζοντα, που δε θα αναπτύσσει μονομερώς μια ικανότητα των νέων για απασχόληση, αλλά όλες τις ικανότητές τους, θα μορφώνει πολύπλευρα την προσωπικότητά τους και θα διαπλάθει ανθρώπους ικανούς ν’ αντιμετωπίσουν δημιουργικά την εργασία τους και τη ζωή τους, σε όποιο ή όποια επαγγέλματα μελλοντικά θα υπηρετήσουν.
Εμείς, που δεν είμαστε υποχρεωμένοι να βλέπουμε τα πράγματα από τη σκοπιά του κεφαλαίου, θέλουμε να δημιουργηθούν οι συνθήκες, ώστε η τεχνολογία να χρησιμοποιείται προς το συμφέρον κι όχι σε βάρος του εργάτη. Κι η γνώση της τεχνολογίας δεν μπορεί να ξεκινά με την επαγγελματική ειδίκευση. Θέλουμε στο Ενιαίο Δωδεκάχρονο Βασικό σχολείο να ενσωματώνονται τα βασικά στοιχεία της τεχνικής όχι σαν εξειδίκευση αλλά σαν γενική προετοιμασία για τη ζωή. Θέλουμε κι εδώ ο νέος να μαθαίνει, όχι το καθετί, αλλά τις βάσεις οικονομίας. Το κύριο ζητούμενο δεν είναι κάποια ξεκάρφωτα μαθήματα πρακτικής, π.χ. χειρισμού των ηλεκτρονικών υπολογιστών, για να βγάλουμε σύγχρονους δακτυλογράφους και λογιστές. Αλλά το σχολείο με τη βοήθεια της επιστήμης να μαθαίνει σταδιακά στους νέους ανθρώπους την κοινωνική ζωή, που πυρήνας της είναι η εργασία. Να γνωρίσει στους μαθητές τις επιστημονικές αρχές της μηχανοποιημένης οικονομίας, τα κοινά εργαλεία που εφαρμόζονται όχι σε έναν τομέα αλλά σε όλους γενικά τους τομείς της παραγωγής, για να τραβήξει το πέπλο μυστηρίου που καλύπτει την παραγωγική διαδικασία. Να ανακαλύψουν οι μαθητές μέσα από τη γνώση της Μηχανικής, όχι μόνο τη χειρωνακτική εργασία, αλλά την εφαρμογή της επιστήμης, όχι το χειρισμό μιας μηχανής αλλά ότι σε όλες τις μηχανές έχουμε επανάληψη των ίδιων δυνάμεων. Αλλά και να κατανοήσουν ότι η επιστήμη εφαρμόζεται σε κοινωνικό επίπεδο, γνωρίζοντας για παράδειγμα στο μάθημα της φυσικής τις τεχνικές αρχές του ηλεκτρισμού, όχι μόνο στον πίνακα ή στο σχολικό εργαστήριο αλλά στην εφαρμογή τους στη ζωή, στο σταθμό μετασχηματισμού ή διανομής ηλεκτρικού ρεύματος, στον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο για τη μεταφορά ταξιδιωτών ή εμπορευμάτων, στο τρακτέρ για την καλλιέργεια της γης. Να συνδυάζονται οι γνώσεις που διδάσκονται, για παράδειγμα η διδασκαλία των πρώτων υλών στο μάθημα της γεωγραφίας με τις αρχές της μηχανικής επεξεργασίας του μαθήματος της φυσικής και της χημείας , για να εδραιωθεί στη συνείδησή τους η αλήθεια, ότι οι επιστήμες δεν αποτελούν αυτοσκοπό κι ούτε αυτόνομες είναι, αλλά συνεργάζονται για κάποιον κοινωνικό σκοπό. Γενικά το πρόβλημα δεν είναι λοιπόν να προστεθούν κάποια μαθήματα για τη διδασκαλία της οικονομίας και της τεχνολογίας, αλλά να διαπερνά όλο το σχολικό πρόγραμμα σαν κεντρικός άξονας η αναγνώριση του ρόλου της εργασίας και της παραγωγής σαν την αφετηρία της επιστήμης και της ανθρώπινης κουλτούρας, τη βάση της κοινωνικής ζωής.


Το νομοσχέδιο πρέπει να μείνει στα χαρτιά. Από σήμερα κιόλας σε κάθε χώρο εκπαίδευσης να οργανωθεί πολύπλευρη και πολύμορφη παρέμβαση-αντεπίθεση στο νέο νόμο, η αντιπαράθεση με το αντιδραστικό ιδεολογικό περιεχόμενο του «νέου σχολείου».


Αργοστόλι 18 Αυγούστου 2013 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε για τα σχόλια, να χρησιμοποιείτε Ελληνική γραμματοσειρά και σε ευπρεπές επίπεδο, χωρίς να θίγεται η τιμή και η υπόληψη κανενός πολίτη.