Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

Η εξαίρετη ομιλία του Πέτρου Πετράτου στην Ιακωβάτειο Βιβλιοθήκη

Η εξαίρετη ομιλία του Πέτρου Πετράτου στην Ιακωβάτειο Βιβλιοθήκη 
Πέτρος Πετράτος  
Ιακωβάτειος Βιβλιοθήκη εορτασμός για την “25η Μαρτίου 1821”.
ΣΧΟΛΕΙΑ, BIBΛIA ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ. ΚΡΥΦΟ Ή ΦΑΝΕΡΟ ΣΧΟΛΕΙΟ;
H συνηθισμένη εικόνα, που έρχεται μπροστά μας, όταν μιλούμε για εκπαίδευση στα χρόνια της Τουρκοκρατίας είναι εκείνος ο πίνακας του Nικολάου Γύζη με το «κρυφό σχολειό»:
στο μισοσκόταδο ένας κληρικός μαθαίνει γράμματα σε λίγα παιδιά. Και όλοι, τότε, σκεφτόμαστε τον άθλο των προγόνων μας, που προσπαθούσαν να αποφύγουν τις καταδιώξεις των Οθωμανών κατακτητών, για να μάθουν γράμματα κρυφά, χάρη στην αυτοθυσία κάποιων κληρικών. Ήταν, όμως, έτσι τα πράγματα; Οι Έλληνες ραγιάδες δεν μπορούσαν να ιδρύσουν σχολεία; Κυκλοφορούσαν βιβλία;   Ο σουλτάνος καταδίωκε την εκπαίδευση των υπόδουλων ορθοδόξων; Δηλαδή, με άλλα λόγια, υπήρχε εκπαίδευση κατά την Τουρκοκρατία;
Θα προσπαθήσουμε να δώσουμε σαφείς απαντήσεις θεμελιωμένες στα αποτελέσματα της σύγχρονης ιστορικής έρευνας. Η επιστήμη δε σταματά, γι’ αυτό και οφείλουμε να την παρακολουθούμε. Άλλωστε, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που η νεότερη έρευνα έχει προκαλέσει σημαντικές ανατροπές σε αρκετές προγενέστερες ιστο­ριογραφικές βεβαιότητες.
Ποια ήταν η πραγματικότητα κατά την Τουρκοκρατία
        Ας ξεκινήσουμε με μια σύντομη αναφορά στην πολιτικο-οικονομικο-κοινωνική κατάσταση του τουρκοκρατούμενου ελλαδικού χώρου. Η οθωμανική κατοχή υπήρξε για τον υπόδουλο ελληνικό λαό πολύ σκληρή, αν και κάποιες κοινωνικές ομάδες εξαιτίας της θέσης τους στο διοικητικό μηχανισμό και στην οικονομική διαδικασία βίωσαν με διαφορετικό, με καλύτερο τρόπο την κατάκτηση.
Τα προνόμια που ο σουλτάνος παραχώρησε στο Πατριαρχείο συνέβαλαν στη διαφύλαξη της εσωτερικής οργάνωσης της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά ταυτόχρονα το κατέστησε το Πατριαρχείο κρίκο στον οθωμανικό διοικητικό μηχανισμό. Με την επιρροή που είχε προς το ποίμνιό της η Εκκλησία όφειλε να κρατά τους υπόδουλους σε υποταγή, αν και υπήρξαν τοπικοί αρχιερείς με αντιοθωμανική συμπεριφορά. Και γύρω από το Πατριαρχείο ανδρώθηκε η ομάδα των Φαναριωτών, που αξιοποιήθηκε από τη σουλτανική διοίκηση. Από την άλλη πλευρά, το κοινοτικό σύστημα, που διατηρήθηκε και ενισχύθηκε, εξυπηρέτησε τους κατακτητές κυρίως στη συγκέντρωση των φόρων, συνέβαλε όμως στην καλλιέργεια του αυτοδιοικητικού πνεύματος και της κοινωνικής αλληλεγγύης, παρ’ όλο που οι τοπικοί  άρχοντες (κοτζαμπάσηδες/προεστοί) στην πλειοψηφία τους προέρχονταν από τους «φρονιμότερους» της περιοχής και όφειλαν να κρατούν την κοινότητα σε υποτέλεια.
Το τιμαριωτικό οθωμανικό σύστημα ευνόησε αρχικά την κλειστή αγροτική οικονομία, η οποία μετά το 16ο αιώνα, όταν δέχτηκε τις επιδράσεις από τη διείσδυση του δυτικού εμπορίου στην Ανατολή, ευνόησε τις μονοκαλλιέργειες, οι οποίες επέτρεψαν σε μεγάλο βαθμό τον εκχρηματισμό της οικονομίας. Το χρήμα, όμως,  πέρασε στα χέρια ενός μικρού αριθμού ιδιοκτητών γης –περισσότερο μουσουλμάνων και λιγότερο χριστιανών. Πάντως, η πλειονότητα των υπόδουλων Ελλήνων ζούσε μέσα στη φτώχεια και την αβεβαιότητα, καθώς υφίστατο τις συνέπειες ενός άδικου φορολογικού συστήματος αλλά και την αρπακτικότητα των κρατικών οργάνων, οθωμανικών και ελληνικών.
Ωστόσο, η ανάπτυξη του εμπορίου, της βιοτεχνίας και της ναυτιλίας από τα μέσα του 17ου αιώνα έδωσε τη δυνατότητα σε σημαντικό τμήμα του υπόδουλου πληθυσμού να βελτιώσει οικονομικά τη ζωή του. Τα ταξίδια τους μέσα κι έξω από τον ελληνικό χώρο, οι ασφυκτικές συνθήκες μέσα στις οποίες ζούσαν, εμπορεύονταν και δημιουργούσαν, τους έπεισαν για την αναγκαιότητα σύμπηξης συντεχνιών αλλά και για την αναγκαιότητα της μόρφωσης και της ίδρυσης ενός δικτύου σχολείων με προοδευτικούς δασκάλους, που θα προετοίμαζαν τους νέους για την ανατροπή της υπάρχουσας κατάστασης. Παράλληλα, η συνδρομή των ελληνικών παροικιών υπήρξε ουσιαστική.
  • Έτσι, κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας και όσο προχωρούμε προς τις αρχές του 19ου αιώνα, λίγο πριν ξεκινήσει η Επανάσταση, στον ελλαδικό χώρο έχουν παγιωθεί οι εξής κοινωνικές ομάδες:
–Ο πατριάρχης και ο ανώτερος κλήρος, που φρόντιζαν για τη συνοχή του ποιμνίου και στην ανεμπόδιστη διατήρηση της σουλτανικής εξουσίας, εκτός από αξιοπρόσεκτες εξαιρέσεις σε τοπικούς επισκόπους και τον κατώτερο κλήρο.
— Οι φαναριώτες, που είχαν μετατραπεί σε γρανάζι της οθωμανικής διοίκησης.
–Οι κοτσαμπάσηδες/προεστοί, που ήταν υπόλογοι στους κατακτητές με σημαντική όμως οικονομική και πολιτική δύναμη και χωρίς διάθεση για αλλαγή του υπάρχοντος καθεστώτος.
–Οι έμποροι και οι πλοιοκτήτες, συνδεδεμένοι με το ευρωπαϊκό κεφάλαιο, που αποτέλεσαν τα πρώτα φύτρα της αστικής τάξης και ζητούσαν την ανατροπή της οθωμανικής κυριαρχίας.
–Ο υπόλοιπος λαός (αγρότες, ναύτες εργαζόμενοι σε βιοτεχνίες) που με πολύ κόπο επιβίωνε και επιθυμούσε αλλαγή της υπάρχουσας κατάστασης.
Επομένως, το «επίσημο» εθνικό αφήγημα, που αντιμετωπίζει περίπου ως φυσική τη συμμετοχή όλων των Ελλήνων στην Επανάσταση του 1821, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα της εποχής. Οι κυρίαρχες σήμερα προσεγγίσεις υπογραμμίζουν την αρνητική σχέση των τοπικών αυτοδιοικητικών ηγετικών ομάδων και της επίσημης Εκκλησίας με την Επανάσταση. Γι’ αυτό και κατά το διάστημα της Επανάστασης θα προκληθούν ποικίλες εσωτερικές αντιπαλότητες και συγκρούσεις αλλά και δύο εμφύλιοι πόλεμοι.
Παρουσίαση και εξήγηση της εκπαιδευτικής πραγματικότητας της εποχής
Ό,τι θα πούμε είναι απόλυτα τεκμηριωμένο. Οι θέσεις, που θα διατυπώσουμε, διαπερνούν μεγάλο μέρος της ιστοριογραφίας μας και σε αυτές  συγκλίνουν ιστορικοί διαφορετικών ιστοριογραφικών σχολών. Βασική μας θέση είναι – και θα αποδειχτεί παρακάτω – ότι στον υπόδουλο ελληνικό χώρο δεν έπαψε να υπάρχει εκπαίδευση σε όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας, με εξαίρεση κάποια χρονικά διαστήματα – όχι για κανέναν άλλο λόγο αλλά γιατί δεν έχουν εντοπιστεί ακόμη συγκεκριμένα τεκμήρια. Η σουλτανική διοίκηση ποτέ δεν κατεδίωξε την ελληνική εκπαίδευση. Και δεν είχε λόγο να το κάνει. Αυτό που την ενδιέφερε ήταν να εισπράττει τους φόρους.
Από την άλλη πλευρά Έλληνες λόγιοι και διαφωτιστές ωθούσαν τους συμπατριώτες τους προς την εκπαίδευση και τη μάθηση. Ο Α. Κοραής, κορυφαίος δάσκαλος του Γένους έχει διακηρύξει (Προλεγόμενα εις Όμηρον, σ. 157): «Όλαι μας αι προλήψεις και κακίαι προέρχονται από την απαιδευσίαν. Μόνη η παιδεία ελευθερώνουσα τον νουν από την άγνοιαν διδάσκει τον άνθρωπον τα προς τον θεόν και τον πλησίον καθήκοντα. Αυτή σύρει το λογικόν από το σκότος […] διά να διακρίνη τα αληθώς συμφέροντα από τα βλαβερά. […] Αυτή ελευθερώνει τον άνθρωπον από τας πλάνας και δεισιδαιμονίας και εισάγει εις την ψυχήν αυτού την γαλήνην και την ευδαιμονίαν, ήτις δεν εξαγοράζεται ούτε με τον πλούτον ούτε με την εξουσίαν του κόσμου». Γι’ αυτό και θεωρούσε ο Α. Κοραής υποχρεωτική την εκπαίδευση για όλα τα παιδιά και ζητούσε να υπάρχουν σχολεία σε όλα τα μέρη και να είναι εφοδιασμένα με καλές βιβλιοθήκες και με τα αναγκαία εποπτικά όργανα.
Αλλά ποια ήταν η εκπαιδευτική πραγματικότητα;
  • Ήταν φυσικό και λογικό αμέσως μετά την οθωμανική κατάκτηση να παρουσιαστούν σοβαρές δυσκολίες στον τομέα της εκπαίδευσης. Έπρεπε να αντιμετωπιστούν τα άμεσα αποτελέσματα των καταστροφών και της κατοχής. Ας μην ξεχνάμε, ακόμη, ότι πολλοί λόγιοι μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης προτίμησαν να μεταβούν στη Δύση. Από τη στιγμή όμως που επήλθε μια ηρεμία στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, άρχισαν οι υπόδουλοι Έλληνες, από τα τέλη του 15ου αιώνα, να ασχολούνται με την εκπαίδευσή τους.
Ο νέος πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος ίδρυσε μέσα στην έδρα του σουλτάνου, την Κων/πολη, την Πατριαρχική (Μεγάλη του Γένους) Σχολή. Τι καλύτερη απόδειξη για το ό,τι ο κατακτητής δεν εμπόδισε τη μόρφωση των υπόδουλων ορθόδοξων λαών; Στα Γιάννενα, στο νησάκι της λίμνης, στη μονή Σπανού, αλλά και μέσα στο φρούριο της πόλης λειτουργούσαν Σχολές. Στη Χίο φιλοπρόοδοι έμποροι ίδρυσαν Σχολή. Σχολεία, επίσης, έχει εντοπίσει η έρευνα στη Λέσβο, στην Αθήνα, στην Κύπρο κ.α.
  • Εκκλησιαστική εκπαίδευση. Μόλις το 1593, ενάμιση αιώνα μετά την άλωση της Πόλης θα ασχοληθεί σοβαρά το Πατριαρχείο (πατριάρχης ο Ιερεμίας Β΄ ο Τρανός) με την εκπαίδευση των υπόδουλων ορθοδόξων: συνοδική απόφαση του Πατριαρχείου θα ζητήσει από τους τοπικούς ιεράρχες να ιδρύσουν στις μητροπόλεις τους σχολεία. Τότε λοιπόν από τα τέλη του 16ου αιώνα, άρχισαν περισσότερο συστηματικά να ιδρύονται σχολεία, τα περισσότερα από τα οποία λειτουργούσαν κυρίως σε χώρους της Εκκλησίας (εκκλησίες, κελιά, μοναστήρια) με διδακτικό προσωπικό διορισμένο από την ίδια την Εκκλησία (κληρικοί και λαϊκοί) και πρόγραμμα μαθημάτων καθορισμένο από την ίδια. Επρόκειτο για απλά μαθήματα ανάγνωσης, γραφής και αρίθμησης με βιβλία την Οκτώηχο, το Ψαλτήρι και το Ωρολόγιο στο στοιχειώδες επίπεδο και για μαθήματα κλασικής γραμματείας και αριστοτελικής φιλοσοφίας στο μέσο επίπεδο. Έτσι, εκείνη την πρώτη περίοδο επικράτησε η εκκλησιαστική εκπαίδευση.
Μέχρι εδώ ποιο είναι το συμπέρασμα; Δεν έχει εντοπίσει η ιστορική έρευνα κανένα σουλτανικό φιρμάνι, που να μην επέτρεπε την εκπαίδευση των υποδούλων. Απλά και μόνο οι τελευταίοι δεν είχαν ακόμη τις δυνατότητες για καθιέρωση γενικευμένης εκπαίδευσης. Από τη στιγμή όμως που το Πατριαρχείο, που είχε τα προνόμια και άρα τις δυνατότητες, οικονομικές και διοικητικές, αποφάσισε να ενδιαφερθεί συστηματικά με την εκπαίδευση των ορθόδοξων πιστών της, η σουλτανική διοίκηση δεν έφερε κανένα εμπόδιο.
  • Βελτίωση παρατηρείται τον επόμενο, 17ο αιώνα. Ιδρύονται νέα εκπαιδευτήρια στην Κων/πολη, στα Γιάννενα (η του Επιφανίου Σχολή), στην Άρτα, όπου για κάποιο διάστημα δίδαξε φιλοσοφία ο Ληξουριώτης Σωφρόνιος Λειχούδης, στη Λάρισα, στην Αθήνα, στην Κύπρο (απ’ όπου ήρθε στο Ληξούρι ο λόγιος κληρικός Ιλαρίων Κιγάλλας και συνέστησε σχολείο), στην Πάτμο.
Στην Κων/πολη ο πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρις ιδρύει τυπογραφείο (1627) με την καθοριστική βοήθεια του Κεφαλονίτη λόγιου κληρικού Νικόδημου Μεταξά. Θα  το επέτρεπε ο σουλτάνος, αν καταδίωκε την εκπαίδευση των υπόδουλων ορθόδοξων; Επί Λούκαρι, επίσης, η Πατριαρχική Ακαδημία εκσυγχρονίζει το πρόγραμμά της: παραγκωνίζει την αποκλειστική θεολογική μόρφωση και εντάσσει τη φιλοσοφία με την ερμηνεία του Αριστοτέλη (Θεόφιλος Κορυδαλεύς).  Και σε άλλες συνοικίες της Κων/πολης ιδρύονται σχολεία από φαναριώτες ή πλούσιους εμπόρους, όπως η Ελληνική Σχολή, η Εμπορική Σχολή κ.λπ.
Η πατριαρχία του Λούκαρι συνιστά μια προοδευτική στιγμή για την Εκκλησία. Πολύ σωστά έχει γράψει ιστορικός της νεοελληνικής εκπαίδευσης (Κ. Θ. Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχίας, εκδ. Ίκαρος,Αθήνα 1975, σ. 58): «[…] το πατριαρχείο της Πόλης συσταίνει σχολεία, τυπογραφείο, ευνοεί τη μετάφραση των Γραφών, χρησιμοποιεί τη λαϊκή γλώσσα για να φωτίσει το ποίμνιο. Είμαστε στην αρχή του θρησκευτικού ουμανισμού. Ο ορθόδοξος κλήρος ανεβαίνει σε κύρος και αξία, κρατάει στα χέρια του την παιδεία και της δίνει την ορμή του». Αυτά, λοιπόν, για το πρώτο μισό του 17ου αιώνα.
Και κατά τον υπόλοιπο αιώνα σχολεία, επίσης, συναντάμε σε πολλές πόλεις της Θράκης, της Μακεδονίας, της Ηπείρου και της Θεσσαλίας, τη Βέροια, την Καστοριά, το Μέτσοβο, τα Άγραφα (στη μονή της Γούβας φιλοπρόοδοι μοναχοί συνέστησαν μουσείο και βιβλιοθήκη), το Καρπενήσι, τη Ρεντίνα, το Αιτωλικό.
Μια και βρισκόμαστε στο 17ο αιώνα, να αναφέρουμε ότι στις αρχές του αιώνα αυτού (1621) ιδρύθηκε στη Βενετία το λεγόμενο Φλαγγινιανό Φροντιστήριο, το οποίο συνέβαλε καθοριστικά στη μόρφωση των Ελλήνων. Οι μαθητές του επέστρεφαν στην υπόδουλη ελληνική γη και εντάσσονταν στο εκπαιδευτικό δίκτυο. Στο Φλαγγινιανό είχε διδάξει και ο Ληξουριώτης Ηλίας Μηνιάτης.
  • Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Τον επόμενο, 18ο αιώνα, η πνευματική και ειδικότερα η εκπαιδευτική κίνηση υπήρξε εντονότερη, καθώς άλλαξαν τα δεδομένα και οι εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες έφυγαν από τα χέρια της Εκκλησίας και πέρασαν στα χέρια της αστικής τάξης. Είναι η εποχή που δομούνται τα πρώτα κύτταρα της υπόδουλης ελληνικής αστικής τάξης, καθώς οι δραστηριότητες των Ελλήνων εμπόρων και ναυτικών αυξάνονται και ποικίλλουν. Εμπόριο και ναυτιλία γίνονται πηγή πλούτου αλλά και φορέας προοδευτικών ιδεών. Αυτή η κοινωνική κατηγορία με την οικονομική άνεση που διαθέτει, θα «επενδύσει» στην εκπαίδευση. Κατανοεί τη σημασία της μόρφωσης και το ρόλο της για την ανατροπή της υπάρχουσας κατάστασης. Η μόρφωση θα φωτίσει το ραγιά, θα τον ετοιμάσει για το μεγάλο ξεσηκωμό. Γι’ αυτό, λοιπόν, ο εμπορικός κόσμος ιδρύει σχολεία, μισθοδοτεί δασκάλους, τυπώνει και διακινεί βιβλία. Με άλλα λόγια, επωμίζεται την οικονομική ευθύνη της υλικής υποδομής της ελληνικής εκπαίδευσης. Και μεριμνά για όλα τα εκπαιδευτικά επίπεδα: στοιχειώδες, μέσο και ανώτερο.
Νέα σχολεία ιδρύονται που κατανέμονται σχεδόν σε όλον τον ελληνικό χώρο. Και σε αυτήν την περίοδο του οργασμού ίδρυσης νέων σχολείων δε συναντάμε καμιά μαρτυρία άρνησης ή κλεισίματος σχολείου από την πλευρά της οθωμανικής κυριαρχίας. Αντίθετα, υπάρχει το εξής εκπληκτικό: Τούρκοι αξιωματούχοι μαζί και ο τοπικός αγάς συνεισφέρουν χρήματα για την ίδρυση ελληνικών σχολείων στην περιοχή της Πρέβεζας, μετά από σχετικό κήρυγμα του Κοσμά του Αιτωλού το 1779 (Άρτεμις Ξανθοπούλου Κυριακού, Ο Κοσμάς ο Αιτωλός και οι Βενετοί (1777-1779). Τα τελευταία χρόνια της δράσης του και το πρόβλημα των Διδαχών, εκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1984, σσ. 103-108).
Πού έχουμε τώρα νέα σχολεία; στην Κων/πολη αναφέρονται επιπλέον άλλα 13 σχολεία σε ισάριθμες συνοικίες της Πόλης, στο Άγιο Όρος (Αθωνιάς Σχολή), στη Σμύρνη (Ευαγγελική Σχολή, 1723 – ανάμεσα στους ιδρυτές της συγκαταλέγεται ο Ιθακήσιος Ιερόθεος Δενδρινός, οποίος δίδαξε σε αυτήν μέχρι το θάνατό του, 1777, καθώς και ο Ιθακήσιος Χρύσανθος Καραβίας), στις Κυδωνιές/Αϊβαλί,  στην Πάτμο, στη Χίο (τρεις δημόσιες Σχολές – φημισμένο το Γυμνάσιο Χίου με βιβλιοθήκη και τυπογραφείο, την εποχή της καταστροφής του αριθμούσε 700 μαθητές, από τους οποίους οι 200 ήταν ξένοι), στη Σάμο, στη Λέσβο, στην Ύδρα (αν και επικρατούσε αρβανίτικος πληθυσμός, οι κάτοικοι ίδρυσαν ελληνικό σχολείο, στο οποίο δίδαξε ο Ιθακήσιος Γρηγόριος Ξανθόπουλος), στην Κρήτη, στη Σιάτιστα, στα Γρεβενά (η μονή του Σπηλαίου διατηρούσε αξιόλογη βιβλιοθήκη), στην Πάργα, στην Πρέβεζα, στα Γιάννενα (η Μαρουτσαία Σχολή), στο Μέτσοβο, στο Ζαγόρι, στην Κόνιτσα, στη Νάουσα, στη Λάρισα, στον Τύρναβο, στα Τρίκαλα, στα Αμπελάκια, στις Μηλιές Πηλίου, στη Ζαγορά, στις Σέρρες, στο Μεσολόγγι (Παλαμαία Σχολή), στα Σάλωνα/Άμφισα, στην Αθήνα (Σχολή του Ντέκα), στην Τρίπολη, στη Δημητσάνα (στην περίφημη Σχολή της Δημητσάνας φοίτησαν ο μετέπειτα πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ και ο μετέπειτα επίσκοπος Παλαιών Πατρών Γερμανός) στην Καλαμάτα, στο Μυστρά, στο Ναύπλιο (δίδαξε ο ασματογράφος ιερομόναχος Μητροφάνης, που έχει μελοποιήσει την Ακολουθία του Αγίου Γερασίμου, 1778), στην Πάτρα.
  • Σε αυτές τις σχολές διδάσκουν κορυφαίοι δάσκαλοι, οι λεγόμενοι Διδάσκαλοι του Γένους. Αναφέρω κάποια ονόματα: οι Κερκυραίοι Ευγένιος Βούλγαρις και Νικηφόρος Θεοτόκης, ο Κεφαλονίτης Σπυρίδων Ασσάνης, οι Ηπειρώτες Νεόφυτος Δούκας, Αθανάσιος Ψαλίδας και Μεθόδιος Ανθρακίτης, οι Θεσσαλοί Θεόκλητος Φαρμακίδης, Άνθιμος Γαζής, Κων/νος Κούμας, Γρηγόριος Κωνσταντάς και Κων/νος Οικονόμου,  ο Γεώργιος Γεννάδιος, ο Νεόφυτος Βάμβας (ήρθε στην Κεφαλονιά, όπου και δίδαξε), ο Βενιαμίν ο Λέσβιος, ο Αθανάσιος Πάριος, ο Θεόφιλος Καΐρης από την Άνδρο και αρκετοί άλλοι. Με το συγγραφικό τους έργο προωθούν την επιστημονική γνώση, εκλαϊκεύοντας την επιστήμη. Και φυσικά δεν παραλείπουμε τον Α. Κοραή και τον Ρήγα Βελεστινλή, που δραστηριοποιούνται έξω από τον οθωμανοκρατούμενο χώρο και εργάζονται για τη μόρφωση των υπόδουλων και την αποτίναξη της σουλτανικής κυριαρχίας.
  • Αυτός ο αιώνας, ο 18ος, φέρνει ωστόσο κάποιες αλλαγές, κάποιες ανατροπές στο περιεχόμενο κυρίως των διδασκόμενων μαθημάτων, γεγονός που θα προκαλέσει αντιπαλότητες και αναταραχές. Ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα αυτού οι Έλληνες λόγιοι γνωρίζουν τη σύγχρονή τους δυτικοευρωπαϊκή και κυρίως τη γαλλική φιλοσοφία, την οποία και «μετακενώνουν» στη σκλαβωμένη πατρίδα τους. Παρατηρείται ένας συναγερμός. Διαφαίνεται, λοιπόν, το ξεκίνημα της νεοελληνικής πνευματικής αναγέννησης, ή του λεγόμενου Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Στα σχολεία τώρα παραμερίζεται ή και ελαχιστοποιείται η εκκλησιαστική εκπαίδευση, αυξάνεται η προσήλωση στην κλασική φιλολογία αλλά και προωθείται η απλούστερη μορφή γλώσσας, η ομιλουμένη. Να τι γράφει λόγιος της εποχής (Κων. Κούμας, Σύνταγμα Φιλοσοφίας, τ. Δ΄, 1820, σ. 348): «Εάν δεν μάθη τις ορθώς την μητρικήν του γλώσσαν, ας μη ελπίζη μεγάλας προόδους ούτε εις τας άλλας γλώσσας, ούτε εις τας επιστήμας. Έως σήμερον αμελείτο η λαλουμένη ημών γλώσσα και εσπουδάζετο μόνον η παλαιά. Αλλά κατά το παρόν κρίνεται [η λαλουμένη] όχι μόνον όργανον προκοπής όλου του γένους, αλλά και μέσον του να μανθάνουσιν οι νέοι μας και την παλαιάν ευκολώτερα». Σοφά λόγια.
Πέρα από όλα τα παραπάνω, το σπουδαιότερο, το καινούργιο είναι ότι το 18ο αιώνα εισάγονται στα σχολεία τα μαθήματα της φιλοσοφίας και των θετικών επιστημών. Με τη διδασκαλία των τελευταίων μαθημάτων δημιουργούνται εργαστήρια, εξοπλισμένα με εποπτικά όργανα, όπου γίνονται πειράματα. Πρωτοπορούν τα Γιάννενα, όπου ο Μ. Ανθρακίτης καθιερώνει «τας γεωμετρικάς επιστήμας, ικανάς να ανάψωσι το φως του λόγου και να διερεθίσωσιν επί πλέον την έμφυτον του ανθρώπου φιλομάθειαν».
Οι Νεοέλληνες διαφωτιστές και δάσκαλοι οραματίστηκαν και προσπάθησαν να πραγματώσουν σε όλη τη διάρκεια του 18ου και μέχρι το τέλος της τρίτης δεκαετίας του 19ου αιώνα ένα σχολείο ζωντανό, σωστό βοηθό της ζωής και του εθνικού αγώνα. Στη σκέψη τους η χρήση σωστών σχολικών βιβλίων συνδυάστηκε με τη μεταρρύθμιση της εκπαιδευτικής διαδικασίας και την ανάπτυξη της κριτικής αντίληψης. Τα βιβλία των διαφωτιστών, γραμμένα στην κοινή νεοελληνική γλώσσα, δε συσσώρευαν γνώσεις αλλά πρόβαλλαν τα σύγχρονά τους επιστημονικά επιτεύγματα. Σίγουρα διατυπώνονταν στα βιβλία αυτά διαφορετικές απόψεις και εκτιμήσεις, αλλά όμως ήταν κοινός ο τρόπος, με τον οποίο εισαγόταν ο μαθητής στο χώρο μιας επιστήμης, που παρουσιαζόταν και αναπτυσσόταν με τον κριτικό έλεγχο ανταγωνιζόμενων θεωριών.
Οι παρεχόμενες γνώσεις είχαν πρακτικό χαρακτήρα, που ταυτόχρονα καταπολεμούσαν προλήψεις και δεισιδαιμονίες μέσα από την ορθολογική εξήγηση και την πειραματική απόδειξη. Τα πειράματα – συνέχεια και επεξήγηση της θεωρίας του βιβλίου – που ο Κ. Κούμας παρουσίαζε στα σαββατιάτικα μαθήματα Φυσικής στο Φιλολογικό Γυμνάσιο της Σμύρνης παρακολουθούσαν όχι μόνο μαθητές αλλά και «πολλοί μεγάλοι την ηλικίαν και γέροντες […και] πολλοί εμπόρων γραμματείς, πολλοί τεχνίται». Έτσι, το ελληνικό σχολείο για τους Νεοέλληνες διαφωτιστές φανέρωνε την κοινωνική διάσταση της γνώσης.
  • Η αντίδραση του Πατριαρχείου. Αυτή ακριβώς η νέα κατεύθυνση της υπόδουλης ελληνικής εκπαίδευσης συνάντησε την αντίδραση των συντηρητικών λογίων και της Εκκλησίας, που θεωρούσαν τις θετικές επιστήμες πηγή αθεΐας. Ο λόγιος κληρικός Αθ. Πάριος κήρυξε τον πόλεμο σε όποιο μάθημα/σε όποια γνώση ερχόταν από τη Δύση. Ο ιερομόναχος και δάσκαλος Σέργιος Μακραίος κατηγόρησε το σύστημα του Κοπέρνικου ως αντίθεο και καταδίκασε τους νόμους του Νεύτωνα. Αντίθετα, ο λόγιος κληρικός Θεόκλητος Φαρμακίδης έγραφε: «φοβούνταν την παιδείαν […]· εισήγαγον το σκότος της αμαθείας διά να δύνανται να αρμέγωσιν ευκολώτερα τα ποίμνιά των».
Μερικοί από τους λόγιους, που κατηγορήθηκαν από το Πατριαρχείο είναι οι Θ. Κορυδαλλέας, Μ. Ανθρακίτης, Ευ. Βούλγαρης, Βενιαμίν ο Λέσβιος, Κ. Κούμας, Θ. Καΐρης. Χαρακτηριστική του κλίματος εκείνης της περιόδου είναι η περίπτωση του Μ. Ανθρακίτη. Αναγνωρισμένος θεολόγος και λόγιος, άφησε τη Βενετία, όπου ιερουργούσε στην εκεί ελληνική εκκλησία και ήρθε να διδάξει στην Καστοριά, στη Σιάτιστα και μετά στα Γιάννενα. Κατηγορήθηκε, όμως, ότι με τη διδασκαλία του στα μαθηματικά και τη φιλοσοφία εισήγαγε απαράδεκτες απόψεις και το Πατριαρχείο τον καταδίκασε (1723), καθαιρώντας τον από το ιερατικό αξίωμα και απαγορεύοντάς του να διδάσκει τις «κακοδοξίες» του. Αν και αργότερα, ο ίδιος ο Ανθρακίτης αναγκάστηκε να παραδεχτεί μπροστά στη Σύνοδο του Πατριαρχείου ότι είχε πέσει σε πλάνη και να κάψει δημόσια τις σημειώσεις του, δεν παύει να ελέγχεται η συγκεκριμένη στάση του Πατριαρχείου: ήταν η πρώτη ίσως ανασταλτική επέμβαση της Εκκλησίας σε θέματα που αφορούσαν άμεσα στον αφυπνιζόμενο νεοελληνικό στοχασμό.
  • Παραταύτα, η αναγεννητική ορμή δεν ήταν δυνατό να αναχαιτιστεί. Έχει γίνει πλέον συνείδηση ότι η επιστημονική διδασκαλία είναι αναγκαία για την προκοπή του λαού. Έχει σωστά διαπιστώσει έγκυρος μελετητής (Μιχ. Στεφανίδης, Αι φυσικαί επιστήμαι …, σ. 10): «Το κήρυγμα των διδασκάλων του Γένους είναι καθ’ όλον τον Ελληνισμόν τολμηρόν και ενθουσιώδες. Πολίται ή ρασοφόροι σπεύδουσι πανταχού, όπουυπάρχει ανάγκη φωτός, μεταλαμπαδεύοντες την νέαν γνώσιν. Ιδρύουσι σχολεία και συμπληρούσι τα υπάρχοντα. Με ενθουσιασμόν ηρώων, με λύσσαν μαχητών τυραννοκτόνων, καταλύουσιν αδυσώπητοι τα παλαιά και πλήρεις πίστεως προσηλυτίζουσιν εις τας καινάς ιδέας. Κεντρίζουσι των πλουσίων την φιλογένειαν, συνιστώσι βιβλιοθήκας και συλλογάς οργάνων, μεταφράζουσι και συγγράφουσι, ερίζουσι και συμπολεμούσι και διδάσκουσιν ακαταπόνητοι, αναπτύσσοντες τα νέα φιλοσοφικά συστήματα και υα μαθήματα των γνωστοτέρων εν Ευρώπη φυσιοδιφών. Όλη η εν Ευρώπη κίνησις εν αγαστή μικρογραφία». Πράγματι, αυτό το απόσπασμα αποδίδει σωστά, ζωντανά και κατανοητά την πραγματικότητα εκείνης της εποχής.
  • Ελληνική Επανάσταση. Αλλά και τον επόμενο, 19ο αιώνα, η πνευματική κίνηση και συγκεκριμένα η εκπαιδευτική κινητικότητα διευρυνόταν: παλαιότερα σχολεία ανανεώνονταν, ενώ ιδρύονταν και νέα. Αλλά με την τρίτη δεκαετία αυτού του αιώνα ξεκινούσε η Επανάσταση και όπως ήταν φυσικό η έκρηξή της δυσκόλεψε ή και ανέστειλε για διαστήματα και κατά περιοχές την εκπαιδευτική διαδικασία. Κάποιες σχολές έκλεισαν (Σμύρνη, Χίος κ.α.), σε άλλες μειώθηκε ο αριθμός των μαθητών και των δασκάλων (Θεσσαλία κ.α.), καθώς αρκετοί από τους τελευταίους προτίμησαν να αφήσουν τη διδασκαλία και να τρέξουν στα πεδία των μαχών. Η προηγούμενη όμως θαλερή εκπαιδευτική κατάσταση λειτούργησε ως σταθερή υποδομή για τα επαναστατικά χρόνια. Στην Κων/πολη ιδρύεται νέα σχολή στο Φανάρι, στη Σμύρνη το περίφημο Φιλολογικό Γυμνάσιο (1803), στα Γιάννενα το 1828 η Ζωσιμαία Σχολή. Σχολεία συστήνονται στο Γαλαξείδι και σε νησιά των Κυκλάδων.
Αλλά και πάλι το Πατριαρχείο βάζει προσκόμματα. Το 1819, δυο χρόνια πριν από την έναρξη της Επανάστασης, με εγκύκλιό του ο Γρηγόριος ο Ε΄ καταδίκαζε την «των Ευρωπαίων μωροσοφίαν», τη διδασκαλία του Νεύτωνα και του Καρτέσιου και καλούσε τους πιστούς να μην ασχολούνται με «αριθμούς και αλγέβρας και κύβους και κυβοκύβους, και τρίγωνα και τριγωνοτετράγωνα, και λογαρίθμους και  συμβολικούς λογισμούς […] και άτομα και κενά, και δίνας και δυνάμεις και έλξεις και βαρύτητας […]» και χαρακτήριζε «ανάρμοστον» τη συμπεριφορά των υπόδουλων Ελλήνων να βαφτίζουν τα παιδιά τους με αρχαιοελληνικά ονόματα. Την ίδια χρονιά έκλεινε κάτω από τις πιέσεις των συντηρητικών στοιχείων και του τοπικού μητροπολίτη στη Σμύρνη το Φιλολογικό Γυμνάσιο. Τον επόμενο χρόνο εμποδίζεται η  λειτουργία της Σχολής των Κυδωνιών/Αϊβαλιού και αποδοκιμάζεται το πρόγραμμα της Σχολής της Χίου.
  • Και το αποκορύφωμα αυτής της αντιεκπαιδευτικής, αντιπνευματικής, αντιδιαφωτιστικής πολιτικής του Πατριαρχείου ήταν το εξής: Τη στιγμή ακριβώς που έχει ξεκινήσει (τέλη Φεβρουαρίου 1821) η Επανάσταση στη Μολδοβλαχία και οι σουλτανικές δυνάμεις έχουν αρχίσει ως αντίποινα τις συλλήψεις και τις σφαγές του χριστιανικού πληθυσμού κυρίως στην Κων/πολη, τότε ακριβώς οι ελληνικές συντηρητικές δυνάμεις της Πόλης αποφασίζουν να καταδικάσουν για μια ακόμη φορά τη φιλελεύθερη σκέψη και να καταγγείλουν τους προοδευτικούς λογίους ως συνυπεύθυνους για την «αποστασία», όπως αποκαλούσαν την Επανάσταση, από την «κραταιά» βασιλεία του σουλτάνου. Στις 27 Μαρτίου 1821 πατριαρχική σύνοδος καταδικάζει τα φιλοσοφικά μαθήματα, δηλαδή τις νεωτερικές ιδέες, ενώ παράλληλα καλεί τους δασκάλους των σχολείων της Κων/πολης, του ανατολικού Αιγαίου και των μικρασιατικών παραλίων να κλείσουν τα σχολεία, για να προφυλαχθούν, δήθεν, από τις επικείμενες σφαγές.
Εδώ χρειάζεται μια διευκρίνιση: Τα σχολεία της Πόλης κινδύνευαν. Τα άλλα, του ανατολικού Αιγαίου και των μικρασιατικών παραλίων, όχι. Ήταν όμως σχολεία που ενστερνίζονταν τις διαφωτιστικές ιδέες και έπρεπε να κλείσουν με το πρόσχημα βέβαια της προφύλαξης των δασκάλων τους. Και μια πληροφορία που αφορά και στο νησί μας: Στη Σχολή της Χίου δίδασκε τότε ο Νεόφυτος Βάμβας. Με μεγάλη ταλαιπωρία πέρασε στην Ύδρα μαζί με αρκετούς μαθητές του. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και ο Κων/νος Τυπάλδος Ιακωβάτος, (ο οποίος επέστρεψε στην Κεφαλονιά, για να πάει αργότερα (1823) στη Βενετία). Ο Βάμβας μετά από ολιγόμηνη παραμονή στην ηπειρωτική Ελλάδα ήρθε στην Κεφαλονιά και δίδαξε (ανάμεσα στους μαθητές του ο Α. Λασκαράτος και ο Ιωσήφ Μομφερράτος)  μέχρι το 1827, οπότε πήγε στην Κέρκυρα.
  • Πάντως, τα συλλογικά όργανα έκφρασης του επαναστατημένου ελληνικού λαού μεριμνούσαν για την εκπαίδευση, χωρίς όμως πάντοτε να είναι σε θέση να εφαρμόσουν τις σχετικές αποφάσεις λόγω των κάθε φορά αρνητικών συνθηκών. Η Εθνοσυνέλευση στο Άστρος το 1822 μέσα στους καπνούς της μάχης αποφάσισε «συστηματικώς να οργανωθή η εκπαίδευσις της νεολαίας και να εισαχθή καθ’ όλην την επικράτειαν η αλληλοδιδακτική μέθοδος από την διοίκησιν». Την ίδια χρονιά η Πελοποννησιακή Γερουσία με προκήρυξή της καλούσε «αξίους διδασκάλους διά να διδάξουν διά της λαγκαστερίου μεθόδου κοινά γράμματα, ελληνικά, μαθηματικά και προς τούτοις την ιταλικήν και γαλλικήν διάλεκτον», αλλά καλούσε και «την φιλομαθή νεολαίαν αφ’ όλην την Πελοπόννησον να συντρέξη εδώ διά να διδαχθή αμισθί», καθώς «κάθε μαθητής δεν θα εξοδεύση άλλο τι παρά διά τα βιβλία του και διά την ζωοτροφίαν του». Καλούσε, τέλος, και τους γονείς «να μη παραμελήσουν το ιερόν χρέος των, αλλά να φροντίσουν επιπόνως διά την παιδείαν των τέκνων των». Θα υπήρχαν τέτοιες αντιλήψεις και πρακτικές αν ο προηγούμενος, 18ος, αιώνας δεν είχε λειτουργήσει καταλυτικά στο εκπαιδευτικό ζήτημα;
Κι ακόμη: Το 1824 συστήθηκε επιτροπή με πρόεδρο τον Άνθιμο Γαζή, που πρότεινε τη σύσταση δημοτικών σχολείων σε όλα τα χωριά, λύκεια στις πρωτεύουσες των επαρχιών, πρότυπο διδασκαλείο στο Άργος για την εκπαίδευση δασκάλων και πανεπιστήμιο με αρκετές σχολές. Μπορεί να μην εφαρμόστηκε το φιλόδοξο αυτό σχέδιο λόγω της εμπόλεμης κατάστασης, φανερώνει όμως τους οραματισμούς του επαναστατημένου λαού. Έπρεπε, βέβαια, να φτάσουμε στο 1827, οπότε η Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας συνέστησε, για πρώτη φορά, υπουργείο Παιδείας.
  • Τυπογραφεία. Βασική προϋπόθεση της πνευματικής ανάπτυξης ήταν η ύπαρξη και διακίνηση του βιβλίου, άρα η λειτουργία τυπογραφείων. Το ευεργέτημα, όμως, του τύπου δεν μπορούσαν να το έχουν στη σκλαβωμένη πατρίδα τους. Γι’ αυτό Έλληνες των παροικιών, φιλοπρόοδοι και φιλοπάτριδες, συνέστησαν τυπογραφεία σε ευρωπαϊκές πόλεις (Βενετία, Ρώμη, Βιέννη) ή επιχορήγησαν σε ξένα τυπογραφεία την εκτύπωση βιβλίων Ελλήνων και ξένων συγγραφέων, καθώς και περιοδικά, εφημερίδες και χάρτες. Τότε κυκλοφόρησαν εκκλησιαστικά βιβλία, γλωσσικές μελέτες και αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς. Κατά το 16ο αιώνα στη Βενετία συναντάμε τους τυπογράφους Νικόλαο Σοφιανό από την Κέρκυρα, τον Ζαχαρία Καλλέργη και τον Μάξιμο Μαργούνιο από την Κρήτη, και τον Ανδρέα Κουνάδη από την Πάτρα. Το 17ο αιώνα τη σκυτάλη παίρνουν οι Γιαννιώτες με κυριότερο τον Νικόλαο Γλυκύ στη Βενετία. Για το 18ο αιώνα αναφέρουμε στη Βιέννη τα τυπογραφεία του Ζακυνθινού Γεωργίου Βενδότη και των αδελφών Μαρκίδων Πούλιου από τη Σιάτιστα.
Σε αυτά τα τυπογραφεία της Δύσης στην περίοδο της Τουρκοκρατίας τυπώθηκαν, σύμφωνα με μια έρευνα, περισσότεροι από 2000 τίτλοι βιβλίων. Συνολικά έχουν καταγραφεί περισσότεροι από 150 Έλληνες χορηγοί έκδοσης βιβλίων. Ενδεικτικά αναφέρουμε τα παρακάτω ονόματα: Μιχαήλ Περούλης από την Αθήνα, Γεώργιος Ζωγράφου από την Πελοπόννησο, Ιάκωβος Αναστασίου από την Πάτμο, Ρίζος Δορμούσης από τον Τύρναβο, Νικόλαος Βηλαράς από την Ήπειρο, Κων/νος Καλαφάτης από τη Θεσσαλία, Ιωάννης Καυταντσόγλου από τη Θεσσαλονίκη, Ρήγας Βελεστινλής (Φεραίος) από τη Θεσσαλία, Δημήτριος Καρυτσιώτης από τη Σπάρτη, ο επίσκοπος Σερρών Κων/νος, Γεώργιος Γκερμπενής από την Πελοπόννησο, Νικόλαος Βικέλας από τη Βέροια, Αλέξανδρος Μαύρος από τη Σμύρνη, ο κληρικός Νεκτάριος από τη Λέσβο, οι αδελφοί Ζωσιμάδες από την Ήπειρο κ.ά.
Επίσης για ένα διάστημα λειτούργησαν τυπογραφεία στο Άγιο Όρος και στη Σμύρνη. Επίσης στη Μόσχα, στο Ιάσιο και  στο Βουκουρέστι της Μολδοβλαχίας. Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης συστάθηκαν τυπογραφεία στη Χίο (1820/1821), στην Κόρινθο (1821) για μικρό διάστημα, στην Ύδρα (1824), στο Μεσολόγγι (1824) και στο Ναύπλιο (1825).
  • Εφημερίδες, περιοδικά. Σημειώνουμε, τέλος, επιγραμματικά τα έντυπα εκείνης της εποχής. Πρώτη ελληνική εφημερίδα τυπώθηκε στη Βιέννη το 1790-1797 με τον τίτλο Εφημερίς. Στην ίδια πόλη αργότερα τυπώθηκαν το 1811-1836 ο Ελληνικός Τηλέγραφος, το 1811-1821 ο Λόγιος Ερμής, το 1817-1821 ο Φιλολογικός Τηλέγραφος, και το 1819-1821 η Καλλιόπη· στο Λονδίνο η Ίριδα (1819)· στο Παρίσι το 1819 η Αθηνά και το Μουσείον και το 1819-1821 η Μέλισσα. Στον τουρκοκρατούμενο ελλαδικό χώρο κυκλοφόρησαν στην Καλαμάτα, στο Μεσολόγγι, στην Αθήνα και στην Ύδρα οι εξής εφημερίδες (αρχικά χειρόγραφες και μετά έντυπες): Σάλπιγξ Ελληνική και Εφημερίς Αιτωλική στην Καλαμάτα (1821), Εφημερίς του Γαλαξιδιού στη Ρούμελη (1821) Γενική Εφημερίς της Ελλάδος (1825), που ήταν το επίσημο κυβερνητικό φύλλο, με έδρα την κάθε φορά έδρα της κυβέρνησης Φίλος του Νόμου, Εφημερίς των Αθηνών στην Αθήνα (1823) και Ελληνικά Χρονικά στο Μεσολόγγι (1823). Φίλος του Νόμου στην Ύδρα (1823) . Ανεξάρτητος Εφημερίς της Ελλάδος το 1827 στην Ύδρα και μετά στην Αίγινα.
Όσα έντυπα τυπώθηκαν στο εξωτερικό προωθούσαν τις ιδέες της Γαλλικής επανάστασης και του Διαφωτισμού, πάσχιζαν για την αφύπνιση των υπόδουλων. Οι εφημερίδες, που τυπώνονταν στον μπαρουτοκαπνισμένο ελλαδικό χώρο, στρατεύτηκαν στην υπόθεση του Αγώνα και της νίκης και ενημέρωναν για τα πολεμικά, πολιτικά και διπλωματικά γεγονότα και προς το τέλος της Επανάστασης διεκδίκησαν την εδραίωση των πολιτικών ελευθεριών.
  • Στο σημείο αυτό αξίζει να ανοίξουμε μια παρένθεση, για κάτι που σχετίζεται με το νησί μας: Στον οθωμανοκρατούμενο χώρο αναφέραμε ήδη το τυπογραφείο στο Πατριαρχείο (1627) επί Κύριλλου Λούκαρι. Τα τυπογραφικά στοιχεία έφερε από τη Βρετανία ο Κεφαλονίτης λόγιος ιερομόναχος και αργότερα αρχιεπίσκοπος Κεφαλονιάς και Ζακύνθου Νικόδημος Μεταξάς. Το πρώτο τυπογραφείο, που ιδρύθηκε και λειτούργησε στην Ανατολή δεν ήταν εκείνο του Πατριαρχείου. Ο Νικόδημος Μεταξάς, πριν πάει στην Κων/πολη, σταμάτησε στην Κεφαλονιά, όπου και εγκατέστησε, χωρίς φυσικά την άδεια των βενετικών αρχών, τυπογραφείο στο μοναστήρι του Αγίου Γερασίμου, σ’ ένα δηλαδή χώρο αρκετά απομακρυσμένο από το διοικητικό κέντρο του νησιού και «υπεράνω πάσης υποψίας» για παράνομες δραστηριότητες. Αυτό έχει φέρει στο φως τελευταία η επιστημονική έρευνα. Εκεί, το τυπογραφείο λειτούργησε τέσσερις περίπου μήνες – από τα τέλη του 1626 μέχρι τις αρχές του 1627 – με τυπογράφο ένα Γερμανό τεχνίτη, που είχε φέρει μαζί του ο Μεταξάς, βοηθούμενο από έμπιστο καλόγερο του μοναστηριού. Πρόλαβε και τύπωσε έξι βιβλία, τα οποία διακινούνταν στο νησί. Oι περισσότερες, μάλιστα, μαρτυρίες μάς έρχονται από το Ληξούρι, όπου στο κατάστημα του Νικολάου Λούζη πουλιούνταν βιβλία του τυπογραφείου, όπου επίσης ο παπα-Πέτρος Χοϊδάς και ο παπα-Δελλαπόρτας προμηθεύονταν βιβλία-εκδόσεις του μοναστηριού του Αγίου Γερασίμου. Τελικά την άνοιξη του 1827, μετά από κατάδοση στις βενετικές αρχές, το πρώτο  αυτό τυπογραφείο της ορθόδοξης Ανατολής καταργήθηκε.
Το «κρυφό σχολειό» – Ένας ιστορικός μύθος
Έχοντας, λοιπόν, όλον αυτόν τον πλούτο σε σχολεία, σε δασκάλους και σε βιβλία είναι άδικο, επιζήμιο αλλά και αστείο να έχουμε μείνει με την «εικόνα» του κρυφού σχολειού». Tι σημαίνει «κρυφό σχολειό»; Οι υπέρμαχοι αυτού του θεσμού  εννοούν το σχολείο που λειτουργούσε κρυφά στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και μάλιστα σε νυχτερινές ώρες, έτσι ώστε να μη γίνονται αντιληπτοί οι μαθητές του από τον κατακτητή, ο οποίος θα τους καταδίωκε. Εμείς, όμως, είδαμε ότι η σουλτανική εξουσία δεν απαγόρευσε την ίδρυση και λειτουργία σχολείων. Επομένως δεν υπήρχε ανάγκη «κρυφού σχολειού». Άλλωστε, μέχρι σήμερα δεν έχει εντοπιστεί καμιά μαρτυρία, κανένα τεκμήριο που να επιβεβαιώνει την ύπαρξη και λειτουργία του. Άρα πρόκειται αναμφίβολα για μύθο, για ιστορικό μύθο. Πώς, όμως, δημιουργήθηκε  αυτός ο μύθος;
  • Το 1888, δηλαδή 60 περίπου χρόνια μετά την απελευθέρωση, εκτίθεται στην Αθήνα για πρώτη φορά ο γνωστός πίνακας του Νικόλαου Γύζη με τίτλο «Ελληνικόν σχολείον εν καιρώ δουλείας», που εικονίζει έναν κληρικό να διδάσκει παιδιά μέσα σε ένα υπόγειο – όχι σε κελί εκκλησίας ή μοναστηριού – όπου μόνο μια ακτίνα ήλιου – όχι φως καντηλιού ή φεγγαριού – περνά. Ο ίδιος ο Ν. Γύζης είχε γράψει γι’ αυτόν τον πίνακα στον πεθερό του (Επιστολαί Νικολάου Γύζη, επιμέλεια Γ. Δροσίνη και Λ. Κορομηλά, Αθήνα 1953, σ. 138): «[…] ηθέλησα να παραστήσω μυστηριώδη πράξιν εις σκοτεινόν υπόγειον μόνον διά μιάς ακτίνος ηλίου εισερχομένης εντός».
    Το 1899, δέκα περίπου χρόνια αργότερα, ο ποιητής Ιωάννης Πολέμης, εμπνευσμένος, όπως δήλωσε ο ίδιος, από τον πίνακα του Γύζη, γράφει και δημοσιεύει το πασίγνωστο ποίημά του με τίτλο «Το κρυφό σχολειό». («Απ’ έξω μαυροφόρα απελπισιά  / πικρής σκλαβιάς χειροπιαστό σκοτάδι / και μέσα στη θολόκτιστη εκκλησιά / (στην εκκλησιά που παίρνει κάθε βράδυ την όψη του σχολειού / [….]).
Το ποίημα αυτό προκαλεί τις πιο ευαίσθητες χορδές της ιστορικής μνήμης, που είναι διαμορφωμένη μέσα σε συνθήκες ημιμάθειας, μονόπλευρης ενημέρωσης, με αλλοιώσεις, παραποιήσεις και «λευκές» σελίδες της ιστορίας. Έγινε, μάλιστα, τόσο αποδεκτό από την κοινή γνώμη και απέκτησε τέτοια δημοσιότητα, που αντικατέστησε ακόμη και τον αρχικό τίτλο του  πίνακα του Γύζη, ο οποίος στο εξής έχει μείνει γνωστός με τον τίτλο «Το κρυφό σχολειό».
Επιπλέον, έχουμε και το τραγουδάκι «Φεγγαράκι μου λαμπρό, / φέγγε μου να περπατώ, / να να πηγαίνω στο σχολειό / να μαθαίνω γράμματα, / γράμματα σπουδάσματα, / του Θεού τα πράματα», που πρωτοδημοσιεύεται πολλά χρόνια μετά την απελευθέρωση. Υποτίθεται πως το τραγουδούσαν τα παιδάκια πηγαίνοντας τη νύχτα για το «κρυφό σχολειό». Αλλά η σύγχρονη εκπαιδευτική πρακτική (μάθημα σχολικής ιστορίας, σχολικές γιορτές κ.ά.) το «σφήνωσε»  – επιτρέψτε μου τη λέξη – μέσα στο μυαλό των μικρών μαθητών, έτσι ώστε αργότερα να το θεωρούμε κάτι το δεδομένο.
  • Ο όρος, λοιπόν, «κρυφό σχολειό» είναι πρόσφατος και σε καμιά περίπτωση δεν προέρχεται από την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Και τούτο γιατί δεν υπήρξε ποτέ τέτοια ανάγκη, αφού λειτουργούσαν φανερά ελληνικά σχολεία σε πόλεις και κεφαλοχώρια του τουρκοκρατούμενου ελληνικού χώρου, γεγονός που δηλώνει ότι δεν υπήρχε λόγος λειτουργίας κρυφών σχολείων. Επομένως, είναι τουλάχιστον απαράδεκτο, σύμφωνα με την επιστημονική δεοντολογία και πρακτική, να χρησιμοποιούνται ως τεκμήρια για την ύπαρξη του «κρυφού σχολειού» ένας πίνακας και ένα ποίημα – και τα δύο μεταγενέστερα έργα του λόγου και της τέχνης, που δεν αποτυπώνουν καμιά ιστορική πραγματικότητα. Άρα, πρόκειται για ιστορικό μύθο, που μπορεί όμως να αποτελεί μέχρι σήμερα στοιχείο της λαϊκής παράδοσης.
Και ως στοιχείο της λαϊκής παράδοσης είναι σεβαστό, δεν έχει όμως καμιά σχέση με την ιστορική αλήθεια και πραγματικότητα. Οι λαοί έχουν το δικαίωμα να περιβάλλουν σπουδαίες προσωπικότητες και αξιόλογα γεγονότα με την αχλύ του θρύλου. Είναι όμως απαράδεκτη η σκόπιμη εκμετάλλευση αυτών των λαϊκών παραδόσεων από πολιτικά ή εκκλησιαστικά πρόσωπα, από ιδεολογικούς γενικότερα φορείς. Για παράδειγμα αναφέρουμε δύο περιπτώσεις «κρυφών σχολειών», καθώς λέγεται ότι αυτά λειτούργησαν εκεί κατά την Τουρκοκρατία: το λεγόμενο «κρυφό σχολειό» στη μονή της Αγίας Παρασκευής στο χωριό Μάνδρα στην περιοχή του Θέρμου στην Αιτωλοακαρνανία, καθώς και το λεγόμενο «κρυφό σχολειό» στη μονή της Πεντέλης. Για το τελευταίο: σε έναν υπόγειο χώρο του παλιού μοναστηριού, που μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960 ήταν το οστεοφυλάκιο της μονής, έχει αναπαρασταθεί η σκηνή του «κρυφού σχολειού».
Η παραδοσιακή, βέβαια, ιστοριογραφία και κατασυνέπεια και η σχολική ιστορία μέχρι πρόσφατα απέφευγαν να αποκαλύψουν ό,τι θα μπορούσε να θεωρηθεί μειωτικό για το κύρος της Εκκλησίας. Αυτή όμως η τακτική έχει προκαλέσει διπλή ζημιά: έχει δημιουργήσει στο μαθητόκοσμο και στον πολίτη γενικότερα ψεύτικη ιστορική συνείδηση και ταυτόχρονα έχει εμποδίσει την ίδια την Εκκλησία να προβάλει το κύρος της με αυτή καθεαυτή τη χριστιανική δράση της και όχι με επίπλαστα «επιτεύγματα». Ένας αρχαίος ιστορικός (ο Πολύβιος) έλεγε «της αληθείας αφαιρεθείσης εκ της ιστορίας το απομένον ανωφελές». Με άλλα λόγια η ιστορία δεν ωφελεί κανέναν με πλασματικούς, με αναληθείς επαίνους αλλά με ανάδειξη αποκλειστικά του πραγματικού γεγονότος, της αλήθειας, έστω κι αν είναι πικρή.
Άρα, οι σύγχρονοι Έλληνες, η σύγχρονη ελληνική Εκπαίδευση, η σύγχρονη ελληνική Παιδεία δε χρειάζονται μύθους και θρύλους. Η Τουρκοκρατία ήταν μια σκληρή κατοχή. Οι πρόγονοί μας όμως κατόρθωσαν, παρά την οθωμανική σκλαβιά, μέσα από τις επαφές που είχαν στεριώσει με τη Δύση αλλά και μέσα από τους διαδρόμους που είχαν χαράξει με τα Βαλκάνια, τη Ρωσία και την Ανατολή γενικότερα, να δημιουργήσουν σοβαρή πνευματική αναγέννηση: σχολεία, δάσκαλοι και βιβλία συνέβαλαν καθοριστικά μαζί με τις υλικές προϋποθέσεις στον ξεσηκωμό και την απελευθέρωση.
  • «Όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά», σωστά δηλαδή, έχει διακηρύξει ο Ρήγας. Και ο Δ. Σολωμός έχει συμπληρώσει: «Το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθές».
Κι εμείς απόψε αυτό προσπαθήσαμε: να δώσουμε τις σωστές, τις πραγματικές διαστάσεις της εκπαιδευτικής κατάστασης κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας.
EΠΙΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
— Αγγέλου Άλκης, Το κρυφό σχολειό. Το χρονικό ενός μύθου, εκδ. Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Αθήνα 1997.
–Αραβαντινός Παναγιώτης, Ιστορία της Ελληνικής Παιδείας παρ’ Έλλησιν, έκδοση Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1986.
–Αugliera Letterio, Βιβλία – Πολιτική – Θρησκεία στην Ανατολή τον 17ο αιώνα. Το τυπογραφείο του Νικόδημου Μεταξά, πρώτου εκδότη ελληνικών κειμένων στην Ορθόδοξη Ανατολή, μτφρ. Στάθης Μπίρταχας, έκδοση Τοπικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Κεφαλονιάς και Ιθάκης ΤΕΔΚΚΙ), Αθήνα 2006. [Παράλληλα, με αυτό το βιβλίο βλ. Πέτρος Πετράτος, «Το πρώτο τυπογραφείο του Νικόδημου Μεταξά», [βιβλιοπαρουσίαση του βιβλίου του L. Augliera, 1-11-2007], στην ιστοσελίδα kefalonitis.gr· ο ίδιος, «Λόγος και αντίλογος για “το πρώτον τυπογραφείον εν Κεφαλληνία”», εφ. Eνημέρωση (Kέρκυρα), 23-8-2009].
–Γεδεών Μανουήλ, Ιστορία των του Χριστού πενήτων (1453-1913), Αθήναι 1939.
–Γιαννικόπουλος Αναστάσιος, Η εκπαίδευση στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 2001.
–Δημαράς Κ., Νεοελληνικός Διαφωτισμός, εκδ. Ερμής, Αθήνα  31983.
–Ευαγγελίδης Τρύφων, Η παιδεία επί Τουρκοκρατίας, τόμοι 2, Αθήναι 1936.
–Ηλιού Φίλιππος, «Το ελληνικό βιβλίο στην Τουρκοκρατία», στον τόμο Ιστορίες του ελληνικού βιβλίου, Ηράκλειο 2005.
— Ισηγόνης Αντ., Ιστορία της Παιδείας, Ρόδος 1958.
–Καράς Γιάννης, Οι φυσικές επιστήμες στον ελληνικό 18ο αιώνα,  εκδ. Gutenberg, Αθήνα 1977.
–Κιτρομηλίδης Πασχάλης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Οι πολιτικές και κοινωνικές ιδέες, μτφρ. Στέλλα Νικολούδη, έκδοση Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1999.
–Μπώκος Γιώργος, Τα πρώτα ελληνικά τυπογραφεία στο χώρο της «καθ’ ημάς Ανατολής» 1627-1827, έκδοση του Ελληνικού Λαογραφικού και Ιστορικού Αρχείου (ΕΛΙΑ), Αθήνα 1998.
–Παρανίκας Ματθαίος, Σχεδίασμα περί της εν τω ελληνικώ έθνει καταστάσεως των γραμμάτων από αλώσεως Κωνσταντινουπόλεως (1453 μ.Χ. μέχρι των αρχών της ενεστώσης (ΙΘ΄) εκατονταετηρίδος, εν Κωνσταντινουπόλει 1867.
–Ρίζος Νερουλός Ιάκωβος, Ιστορία των γραμμάτων παρά τοις νεωτέροις Έλλησι, μτφρ. Ολυμπία Ι. Ν. Άββοτ, Αθήναι 1870.
–Στεφανίδης Μιχ., Αι φυσικαί επιστήμαι εν Ελλάδι προ της Επαναστάσεως, Αθήναι 1926.
–Χασιώτης Ι., Μεταξύ οθωμανικής κυριαρχίας και ευρωπαϊκής πρόκλησης. Ο ελληνικός κόσμος στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2001.
Χατζηφώτης Ι., Το «Κρυφό Σχολειό». Η προσφορά της Εκκλησίας στην ελληνική παιδεία των χρόνων της Τουρκοκρατίας, εκδ. Αποστολική διακονία, Αθήνα 1978.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε για τα σχόλια, να χρησιμοποιείτε Ελληνική γραμματοσειρά και σε ευπρεπές επίπεδο, χωρίς να θίγεται η τιμή και η υπόληψη κανενός πολίτη.