Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2014

Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ
Χτες στην πλατεία του Ληξουριού η ΑΝΤΑΡΣΥΑ/ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΣ – το Camping – πραγματοποίησε πολιτική εκδήλωση με θέμα τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα της Κεφαλονιάς. Έγιναν δυο ομιλίες: για το κίνημα της Κατοχής από τον ιστορικό Δημήτρη Κουσουρή και για το ριζοσπαστικό κίνημα από τον Πέτρο Πετράτο.

Του Πέτρου Πετράτου

Επιτρέψτε μου να κάνω μια σύνδεση με όσα μόλις πριν ακούστηκαν από το φίλο Δημήτρη Κουσουρή. Στο πρωτοσέλιδο του πρώτου μετά την Απελευθέρωση και την αναχώρηση των Γερμανών, το Σεπτέμβριο του 1944, από την Κεφαλονιά φύλλου της εφημερίδας του ΕΑΜ Κεφαλονιάς και Ιθάκης «Ελεύθερη Κεφαλονιά» παρουσιαζόταν ο συνδυασμός τριών σημαντικών γεγονότων της Κεφαλονιάς, της Επανάστασης του 1821, στην οποία υπήρξε σημαντική η κεφαλονίτικη συμμετοχή, του ριζοσπαστικού κινήματος, που ήταν πρωτοπόρα η Κεφαλονιά, και της Εθνική Αντίστασης, που το κίνημά της στο νησί είχε σημαντικές μοναδικότητες. Αυτή η παρουσίαση δήλωνε ότι εκείνοι οι αγωνιστές της Κατοχής είχαν συνείδηση της σχέσης του ριζοσπαστικού κατά της Αγγλοκρατίας αγώνα με τον αντιστασιακό κατά της ιταλογερμανικής Κατοχής αγώνα. Κοντολογίς, γνώριζαν ότι ο δικός τους αγώνας συνδεόταν με τον αγώνα των Ριζοσπαστών προγόνων τους. Γνώριζαν ότι ο αγώνας για την εθνική ανεξαρτησία πρέπει να συμβαδίζει με τον αγώνα για την εδραίωση της.... δημοκρατίας και την κοινωνική αλλαγή, όπως διακήρυτταν και οι Ριζοσπάστες.

Κάθε κίνημα καθορίζει τις αρχές και τους σκοπούς του. Κάθε κίνημα διαθέτει τους φορείς και τα μέσα υλοποίησης των στόχων του. Κάθε κίνημα έχει τη δυναμική του, η οποία είναι συνάρτηση ποικίλων παραγόντων, υποκειμενικών και αντικειμενικών. Βέβαια, δεν πετυχαίνει κάθε κίνημα το στόχο του, δεν έχει πάντοτε την προσδοκώμενη κατάληξη. Πάντοτε, όμως, αφήνει τα ίχνη του στον Τόπο και το Χρόνο, πάντοτε δημιουργεί υπόγεια ρεύματα, που αναταράζουν σκέψεις και στάσεις στο άμεσο ή και στο μακρινό μέλλον.

Αυτά σε γενικές γραμμές θα εξετάσουμε απόψε μιλώντας για το ριζοσπαστικό κίνημα: θα αναδείξουμε την αξία του, θα ξεδιαλύνουμε θολές πτυχές του, θα υπογραμμίσουμε τη σημασία της συνεχούς ανατροφοδότησής μας μέσα από το Λόγο και την Πράξη του.

Με τη Συνθήκη του Παρισιού το 1815 τα Επτάνησα χαρακτηρίστηκαν «ενιαίο, ελεύθερο και ανεξάρτητο κράτος» και παραδόθηκαν στην «άμεση και αποκλειστική προστασία» της Αγγλίας, μέχρι να συγκροτηθεί ανεξάρτητο ελληνικό κράτος, στο οποίο και θα παραχωρούνταν. Μόνο που εκείνη η «προστασία» πολύ σύντομα μετατράπηκε σε κατοχή και το «ελεύθερο και ανεξάρτητο» κράτος μεταβλήθηκε ουσιαστικά για μισόν περίπου αιώνα σε μισοαποικία αγγλική.

Μπορεί το βρετανόπνευστο σύνταγμα του 1817 να θεσμοθετούσε Βουλή και Γερουσία, τα όργανα όμως αυτά ήταν πιόνια στα χέρια του αρμοστή, ο οποίος είχε όλες τις εξουσίες στα χέρια του. Κάποιες μεταρρυθμίσεις, που θα γίνουν μετά από τριάντα χρόνια, δε θα επιφέρουν σοβαρές αλλαγές. Το ίδιο συνέβαινε και με τη δικαστική εξουσία, το ίδιο και με την αστυνομία, η οποία ανάμεσα στα άλλα είχε αναλάβει την καταδίωξη κάθε αντιστασιακής ενέργειας.

Η κοινωνικοοικονομική κατάσταση του νησιού σε όλη την περίοδο της Βρετανικής Προστασίας ήταν μια συνέχεια εκείνης που υπήρχε επί Βενετοκρατίας. Επιγραμματικά δίνουμε την ταξική διαστρωμάτωση της τοπικής κοινωνίας εκείνης της εποχής:

— Κύρια πηγή πλούτου παρέμενε η γη. Τα τρία τέταρτα του καλλιεργούμενου εδάφους ανήκαν στους μεγαλοκτηματίες, που εξακολουθούσαν να αποτελούν μια ελάχιστη μειοψηφία του πληθυσμού, στην οποία και βασίστηκε αποκλειστικά για ένα μεγάλο διάστημα η ξενοκρατία, για να στερεώσει την κυριαρχία της στο νησί.

— Η παρατηρούμενη από τα τέλη της Βενετοκρατίας ενίσχυση του εμπορίου και των βιοτεχνικών δραστηριοτήτων συνθλιβόταν μέσα στο ιδιόμορφο φεουδαρχικό σύστημα που επικρατούσε. Ωστόσο, οι νέες πλούσιες αστικές οικογένειες, που αναδείχνονταν, παρουσίαζαν ιδιαίτερο δυναμισμό και ήταν δεκτικές στις νέες φιλελεύθερες ιδέες της Ευρώπης.

— Οι νέοι αυτών των οικογενειών, επιστρέφοντας από τις σπουδές τους στη Δύση, επειδή δυσκολεύονταν στην επαγγελματική τους αποκατάσταση, σύντομα μετατρέπονταν σε πρωτοπόρους αντιβρετανικών εκδηλώσεων. Όλοι αυτοί, που γνώρισαν στη Δύση τις φιλελεύθερες ιδέες και συμμετείχαν, κάποιοι από αυτούς, σε επαναστατικά κινήματα, μετέφεραν τώρα στη γενέτειρά τους θεωρίες επαναστατικές και εμπειρίες οργανωτικές. Μέσα από αυτούς θα ξεπηδήσουν οι ιδρυτές και οι πρωτοπόροι του ριζοσπαστικού κινήματος. Το ίδιο δηλαδή το σύστημα εξέθρεφε τους αντιπάλους του.

— Στην ύπαιθρο η αντιπαράθεση γαιοκτημόνων και αγροληπτών συνεχιζόταν εντονότατη. Η εμμονή στη μονοκαλλιέργεια της σταφίδας είχε μεγαλώσει την εξάρτηση του αγρότη από το μεγαλοκτηματία και το σταφιδέμπορο, ενώ η γενικότερη αντιαγροτική πολιτική και πρακτική της Προστασίας οδηγούσε το αγροτικό στοιχείο στην εξαθλίωση.

— Στην πόλη οι μικροεπαγγελματίες, οι μικροέμποροι και οι τεχνίτες και οι άλλοι εργαζόμενοι πιέζονταν από την άδικη νομοθεσία και τους εξοντωτικούς όρους του δανεισμού.

Είναι, λοιπόν, προφανές ότι οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για διαμαρτυρίες, στάσεις και εξεγέρσεις ήταν ώριμες στην Κεφαλονιά, όπως και στα υπόλοιπα ιόνια νησιά. Βέβαια, οι πρώτες αντικαθεστωτικές πράξεις είχαν χαρακτήρα ατομικό και έπαιρναν τη μορφή υποβολής υπομνημάτων διαμαρτυρίας και αρθρογραφίας σε ελληνικές και ευρωπαϊκές εφημερίδες. Αργότερα, οι εκδηλώσεις διαμαρτυρίας θα γίνουν συλλογικές και οι κινητοποιήσεις μαζικές, μέχρι που θα συσταθούν πολιτικές λέσχες και θα εκδηλωθούν και ένοπλες εξεγέρσεις στο νησί.

Μετά το 1830 και μέχρι το 1848, οπότε εφαρμόζονται οι πρώτες μεταρρυθμίσεις από την Προστασία, προετοιμάζεται ο υποκειμενικός παράγοντας της αντίστασης κατά της Αγγλοκρατίας. Έχει συσταθεί από το 1830 το νεοελληνικό κράτος, στο οποίο όμως η Αγγλία δεν παραχωρεί τα Επτάνησα, όπως υποχρεωνόταν από τη σχετική συνθήκη. Έτσι, καλλιεργείται, με πρώτο σπορέα τον Γεράσιμο Λιβαδά, η ενωτική ιδέα. Το λαϊκό στοιχείο ριζοσπαστικοποιείται, και σε αυτό συμβάλλει η ίδρυση και λειτουργία πολιτικών λεσχών, που ουσιαστικά μετατρέπονται σε κέντρα συγκέντρωσης των φιλελεύθερων πολιτών και σε χώρους ανταλλαγής απόψεων και συζητήσεων εθνικο-κοινωνικού περιεχομένου. Εκδίδονται φιλελεύθερες εφημερίδες αμέσως μετά την εφαρμογή του νόμου περί ελευθεροτυπίας με πρωτοποριακές εκείνες των Ριζοσπαστών.

Οι μεταρρυθμίσεις επιφέρουν ανακατατάξεις, οι οποίες διαμορφώνουν τρεις πολιτικές παρατάξεις. Τα συμφέροντα της «Προστασίας» εκφράζουν οι λεγόμενοι Καταχθόνιοι, οι οποίοι είναι αντίθετοι σε οποιαδήποτε αλλαγή της υπάρχουσας οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής κατάστασης. Την κοινωνική βάση τους αποτελούν οι αρχοντικές οικογένειες και ένα τμήμα μεγαλοαστών, και από όλους αυτούς επανδρώνεται ο διοικητικός μηχανισμός.

Παράλληλα, παγιώνεται το πολιτικό μόρφωμα των Μεταρρυθμιστών, οι οποίοι, επειδή θεωρούν αδύνατη την ένωση με την Ελλάδα λόγω της παντοδυναμίας της Αγγλίας, αποδέχονται το καθεστώς της Προστασίας, για το οποίο όμως ζητούν συγκεκριμένες συνταγματικές μεταρρυθμίσεις. Μετά το 1852 θα αποκτήσουν την εύνοια του καθεστώτος και θα αξιοποιήσουν προσβάσεις στον κρατικό μηχανισμό. Στο πολιτικό αυτό μόρφωμα στεγάζεται κυρίως το μεγαλύτερο μέρος των ανερχόμενων αστικών στοιχείων (κάποιοι μεγάλοι και κυρίως μεσαίοι αστοί) και αρκετοί διανοούμενοι, και αποκτά πολιτική επιρροή στην Κέρκυρα και τη Λευκάδα.

Μέσα σε αυτό το κλίμα διαμορφώνεται από το 1848 στην Κεφαλονιά το ριζοσπαστικό κίνημα και συγκροτείται το ριζοσπαστικό κόμμα, το πρώτο κόμμα αρχών στη νεότερη Ελλάδα, με ισχυρή λαϊκή βάση ιδιαίτερα στην Κεφαλονιά και τη Ζάκυνθο. Στην ηγεσία του κόμματος συναντάμε τις αγωνιστικές μορφές του Ηλία Ζερβού Ιακωβάτου και του Ιωσήφ Μομφερράτου, οι οποίοι θα υποστούν ποικίλες διώξεις και πολύχρονη εξορία. Η κοινωνική βάση του κινήματος αποτελείται από αγρότες, εργαζόμενους, τεχνίτες και μικροεπαγγελματίες των πόλεων και προοδευτικούς διανοούμενους.

Ο λόγος των Ριζοσπαστών, όπως αυτός αποτυπώθηκε στις ριζοσπαστικές εφημερίδες της εποχής εκείνης, φαίνεται επηρεασμένος από τον Ευρωπαϊκό και Νεοελληνικό Διαφωτισμό, τη Γαλλική Επανάσταση του 1848, την ουτοπιστική σοσιαλιστική ιδεολογία του Saint-Simon, τις κοινοκτημονικές θεωρίες του Proudhon και τις θέσεις του Ιταλού πολιτικού και στοχαστή Mazzini. Κατόρθωσε όμως να λάβει υπόψη του τις τοπικές συνθήκες και πολιτισμικές παραδόσεις.

Ο Ριζοσπαστισμός επιζητούσε την παύση της Αγγλικής Προστασίας και την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα στη βάση της αρχής των εθνοτήτων, αλλά και τη συγκρότηση δημοκρατικής πολιτείας στη βάση των αρχών της λαϊκής κυριαρχίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Το αίτημα, δηλαδή, της Ένωσης και γενικότερα της εθνικής ανεξαρτησίας ο Ριζοσπαστισμός το συνδύαζε με εκείνο της λειτουργίας δημοκρατικού πολιτεύματος. Σε αντίθετη περίπτωση, θεωρούσε την Ένωση «κήρυγμα μονομερές και αντιπατριωτικόν», που δεν εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των Επτανησίων και του ελληνικού λαού στο σύνολό του. Επομένως, δεν ενδιέφερε τους Ριζοσπάστες απλά και μόνο η Ένωση, ή η με οποιοδήποτε τρόπο και μορφή Ένωση. Αντίθετα, αγωνίζονταν για μια Ένωση, που θα ήταν προϋπόθεση γενικότερης δημοκρατικής αναγέννησης του ελληνικού κράτους.

Επιπλέον, απέβλεπαν και σε δημοκρατικές εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή, «εις την δημοκρατικήν της Ανατολής ανάπλασιν». Γι’ αυτό η νέα, αναγεννημένη Ελλάδα όφειλε να συμβάλει στη γενικότερη ανάπλαση της Ανατολής. Κι ακόμη οι ριζοσπάστες – η αριστερή τους έκφραση με τον Ιωσήφ Μομφερράτο – πήγαιναν παραπέρα: οραματίζονταν μια Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία, την οποία θα συγκροτούσαν οι ευρωπαϊκοί λαοί «επί τη βάσει της ελευθέρας εθνικότητος, της κυριαρχίας των λαών και της μεταξύ αυτών αλληλεγγύης» και μέσα από αυτή θα διευθετούσαν τις όποιες διαφορές τους όχι ανταγωνιστικά και εχθρικά αλλά αδελφικά, «εν πλήρει ισότητι, αμοιβαιότητι και δικαιοσύνη».

Εθνικο-απελευθερωτικό και συνάμα αστικο-δημοκρατικό το ριζοσπαστικό κίνημα, με πανευρωπαϊκή και πανανθρώπινη προοπτική, γρήγορα εξαπλώθηκε στο νησί, μπόλιασε και τη Ζάκυνθο και δεν άργησε να δημιουργήσει σοβαρές εστίες και στα άλλα ιόνια νησιά. Η πολιτική τακτική του – μια τακτική που είναι και σήμερα χρήσιμη, τηρουμένων βέβαια των αναλογιών – διαμορφωνόταν ως εξής:

— Δεν αναγνώριζε την Προστασία∙ τη θεωρούσε παράνομη, αφού δε ρωτήθηκε ποτέ ο επτανησιακός λαός∙ και από τη στιγμή μάλιστα που υφίστατο ελληνικό κράτος ήταν νόμιμη η απαίτηση για ένωση με αυτό.

— Απέρριπτε τις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις είτε τις πρότειναν οι Μεταρρυθμιστές είτε τις επέβαλε η αγγλοϊόνια εξουσία∙ η αποδοχή τους σήμαινε, κατά την άποψή τους, αναγνώριση της Βρετανικής Κατοχής.

—Μέχρι να πραγματοποιηθεί η Ένωση, η Βουλή όφειλε να παίρνει μέτρα βελτίωσης και ανακούφισης της ζωής του λαού.

Με αυτές τις κατευθυντήριες γραμμές οι Ριζοσπάστες θα διεξαγάγουν τον αγώνα τους, χρησιμοποιώντας κάθε πρόσφορο μέσο:

—- Θα εκδώσουν εφημερίδες και θα κυκλοφορήσουν φυλλάδια, για να αποκαλύπτουν τα σχέδια της Προστασίας και των συμμάχων της Καταχθονίων, να ελέγχουν τους Μεταρρυθμιστές, που άρχισαν να συνδιαλέγονται με το καθεστώς, να διακηρύττουν την ενωτική ιδέα, να αναλύουν τις αρχές της δημοκρατίας, ισότητας και λαϊκής κυριαρχίας, να πληροφορούν και να καθοδηγούν το λαό.

—- Θα ιδρύσουν πολιτικές λέσχες, στο Αργοστόλι το «Δημοτικόν Κατάστημα» το 1848 και στη συνέχεια στο Ληξούρι την «Ομόνοια», κέντρα δηλαδή πολιτικά, όπου θα συζητούν και θα αποφασίζουν τις κινητοποιήσεις τους στη βάση της διαφάνειας, της δημοκρατίας και της συλλογικότητας.

—- Θα συμμετάσχουν σε κάποιες εκλογικές αναμετρήσεις και θα αξιοποιήσουν το βήμα της Ιόνιας Βουλής, για να στηλιτεύσουν τον αυταρχισμό της Προστασίας, να αποκαλύψουν τα αντιλαϊκά σχέδια των Καταχθονίων και τις παλινωδίες και προδοτικές συνεργασίες των Μεταρρυθμιστών, να προτείνουν βελτιωτικά για το λαό μέτρα, να διακηρύξουν τον ανυποχώρητο ενωτικό τους σκοπό.

—- Θα αναλάβουν, επίσης, εξωκοινοβουλευτικές δράσεις, όπως υποβολή αναφορών και υπομνημάτων, διοργάνωση εθνικοπατριωτικών εκδηλώσεων, αλλά και μαζικών διαμαρτυριών και εξεγέρσεων.

Κοντολογίς, οι Ριζοσπάστες προσπάθησαν να αξιοποιήσουν κάθε μέσο και κάθε τρόπο για τη διάδοση και την προώθηση των θέσεών τους, για την καθοδήγηση και την προώθηση του εθνικο-απελευθερωτικού και δημοκρατικο-κοινωνικού τους αγώνα.

Τη διετία 1848-1849 η Κεφαλονιά συγκλονίστηκε από δύο λαϊκές ένοπλες εξεγέρσεις, εκείνη του Σταυρού το 1848 και η άλλη της Σκάλας το 1849, η οποία θεωρείται από ιστορικούς ερευνητές προβοκάτσια των Καταχθόνιων με τμήματα των αγγλοϊόνιων αρχών για τη ματαίωση των μεταρρυθμίσεων. Εκτός από το ανυποχώρητο αίτημα της Ένωσης, οι εξεγέρσεις εκείνες προέβαλλαν ταυτόχρονα και τα αιτήματα της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.

—- Στην πρώτη εξέγερση έντονη καταγράφηκε η συμμετοχή της Παλικής με την κάθοδο των χωρικών της Ανωής στο Ληξούρι και την πρόσκαιρη κυριαρχία τους εκεί. Η αντεπίθεση βέβαια των Άγγλων στρατιωτών απομάκρυνε τους εξεγερμένους από την πόλη, οι οποίοι αναγκάστηκαν να αποσυρθούν στα χωριά τους.

—- Η δεύτερη εξέγερση κύρια έδρα της είχε την ευρύτερη περιοχή της Σκάλας και του Ελειού. Τα μέρη όμως της Παλικής είχαν αργότερα εμπλοκή, επειδή μετά την άγρια καταστολή της εξέγερσης από την Προστασία κρύβονταν εδώ για ένα διάστημα και μέχρι να συλληφθούν οι πρωταίτιοι της εξέγερσης. Τελικά μετά από κατάδοση, συνελήφθησαν ο Θεόδωρος Βλάχος και ο παπα-Γρηγόριος Νοδάρος Ζαπάντης, ο λεγόμενος παπα-Ληστής και απαγχονίστηκαν τον Οκτώβριο του 1849 στο Ληξούρι, στα πλατάνια της πλατείας – εδώ όπου μετά από έναν αιώνα (για την ακρίβεια 95 χρόνια) οι Γερμανοί θα κρεμάσουν τους πέντε αγωνιστές της Αντίστασης από την Αγία Θέκλη.

Παρά τις διώξεις και τη συνεχή τρομοκρατία το φρόνημα των νησιωτών δεν κάμφθηκε. Οι πρώτες ελεύθερες εκλογές του 1850 για την Θ΄ Ιόνια Βουλή έδωσαν μια σημαντική νίκη στους Ριζοσπάστες. Για πρώτη φορά στη μέχρι τότε τριαντάχρονη αυταρχική παρουσία της Προστασίας Ριζοσπάστες περνούσαν το κατώφλι της Ιόνιας Βουλής – πατούσαν το πόδι τους στο Κοινοβούλιο και η ξενοκρατία «εξελαφιαζόταν», όπως επισήμανε τότε ένας ριζοσπάστης. Και αποκτούσε ξέχωρη σημασία εκείνη η εκλογική νίκη, γιατί σημειώθηκε μετά από την αποτυχία των δύο προηγούμενων λαϊκών εξεγέρσεων, που συνοδεύτηκαν από άγρια και σκληρή καταστολή.

Σε εκείνη την Θ΄ Ιόνια Βουλή η ριζοσπαστική κοινοβουλευτική ομάδα προσπάθησε να καταθέσει ψήφισμα υπέρ της Ένωσης, με το οποίο έκανε λόγο για το απαράγραπτο δικαίωμα του επτανησιακού λαού να ενωθεί με τους αδελφούς του Έλληνες στο ελληνικό κράτος. Αυτή η ενέργεια ξεχείλισε το ποτήρι για την Προστασία και τα ντόπια όργανά της, γι’ αυτό κατέβαλλαν κάθε προσπάθεια να αποκεφαλίσουν το κίνημα, να τρομοκρατήσουν το λαό, να σκορπίσουν τη σύγχυση.

Οι αγγλικές αρχές φίμωσαν τις ριζοσπαστικές εφημερίδες και έκλεισαν τις πολιτικές λέσχες με διάφορες προφάσεις, εξόρισαν αρκετούς Ριζοσπάστες μεταξύ των οποίων και τους ηγέτες του κινήματος Ηλία Ζερβό Ιακωβάτο και Ιωσήφ Μομφερράτο, ήρθαν σε συνδιαλλαγή με τους Μεταρρυθμιστές, οι οποίοι δέχτηκαν να συμπράξουν με την ξενοκρατία σε βάρος των Ριζοσπαστών, αποκτώντας στο εξής την πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο.

Στο Ληξούρι, ωστόσο, αμέσως μετά το κλείσιμο της ριζοσπαστικής λέσχης «Η Ομόνοια», τα μέλη της προσπαθούν και συγκροτούν παράνομο συνωμοτικό μηχανισμό, γεγονός που σηματοδοτεί το ανώτερο επίπεδο του αντιστασιακού αγώνα στο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα της Κεφαλονιάς:

– παράνομες συγκεντρώσεις σε διαφορετικούς κάθε φορά χώρους για την παραπλάνηση των αστυνομικών αρχών∙

– χειρόγραφη εφημερίδα που διακινείται από χέρι σε χέρι∙

– μετατροπή κοινωνικών και κυρίως θρησκευτικών εκδηλώσεων σε αντικυβερνητικές διαδηλώσεις∙

– ομάδες «ακτιβιστών» για παράτολμες ενέργειες, όπως λιθοβολισμοί σπιτιών κρατικών αξιωματούχων και αγγλικής στρατιωτικής περιπόλου, λιθοβολισμοί και προπηλακισμοί κυβερνητικών και ντόπιων υποστηρικτών του καθεστώτος.

Όλα αυτά για δύο περίπου χρόνια κρατούν την Παλική σε συνεχή αναστάτωση και τα διωκτικά όργανα της Προστασίας σε ετοιμότητα, μέχρι που τελικά τα τελευταία θα εξαρθρώσουν τον παράνομο μηχανισμό, αφού βέβαια θα επιστρατεύσουν κάθε είδους καταδότες αλλά και την τοπική Εκκλησία, η οποία θα αφορίζει τους «φαυλόβιους» ριζοσπάστες.

Οι δύο ριζοσπάστες ηγέτες Ζερβός Ιακωβάτος και Μομφερράτος έμειναν στην εξορία περισσότερο από πέντε συνεχή χρόνια (Οκτ. 1851-Φεβρ. 1857). Αυτή όμως η μακροχρόνια απουσία δημιούργησε σοβαρό κενό ηγεσίας στο ριζοσπαστικό κίνημα, με αποτέλεσμα το κέντρο της ριζοσπαστικής δράσης να μετατοπιστεί από την Κεφαλονιά στη Ζάκυνθο και να αναδειχτεί νέος ηγέτης ο Ζακυνθινός Κωνσταντίνος Λομβάρδος.

Ο Κ. Λομβάρδος, βουλευτής από το 1852, ουσιαστικά «άκαπνος», δεν άργησε να προωθηθεί στην ηγεσία του ριζοσπαστικού κινήματος. Ο νέος, όμως, ηγέτης ήθελε να ανεξαρτητοποιηθεί από το παρελθόν του κινήματος και να περιορίσει τη ριζοσπαστική ιδεολογία. Αλλοίωσε τα ριζοσπαστικά οράματα και αφυδάτωσε το αίτημα της Ένωσης, εξοβελίζοντας το δημοκρατικό-κοινωνικό περιεχόμενο του κινήματος. Περιόρισε όλο τον αγώνα στο σύνθημα μόνο της Ένωσης. Έτσι λοιπόν, με την αλλαγή των προσώπων της ηγεσίας δημιουργήθηκε μια άλλη τάση μες στο κίνημα, μια τάση απόκλισης από τον αρχικό προσανατολισμό του Ριζοσπαστισμού, μια τάση ιδεολογικής νοθείας, που στη συνέχεια βέβαια έγινε η τάση αυτή πλειοψηφική μέσα στο κίνημα. Σε αυτό βοήθησαν και οι γενικότερες πολιτικές συγκυρίες στην Ιόνια Πολιτεία.

Παρά την αλλοίωση, ο Λομβάρδος και οι ομοϊδεάτες του εξακολουθούσαν να αυτοαποκαλούνται Ριζοσπάστες, προκαλώντας τη σύγχυση. Οι «παλαιοί», όμως, οι «αληθείς», όπως τώρα χαρακτηρίζονταν, Ριζοσπάστες, όπως ο Ηλίας Ζερβός Ιακωβάτος και ο Ιωσήφ Μομφερράτος, δεν συγχωρούσαν αυτή την ιεροσυλία. Γι’ αυτούς ο Λομβάρδος και οι οπαδοί του ήταν «ψευδοριζοσπάστες» ή «νεοφώτιστοι ενωτιστές».

Είναι αλήθεια ότι κάθε κίνημα και κάθε ιδεολογία δεν είναι φαινόμενα στατικά και αμετάβλητα. Αντίθετα, εμπεριέχουν μια δυναμική και γι’ αυτό ακριβώς ανανεώνονται και εμπλουτίζονται ή αλλοιώνονται και απονεκρώνονται, ανάλογα με τις απαιτήσεις των καιρών και το συσχετισμό των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων της εποχής, ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία των ηγετών τους και το δυναμισμό ή το συμβιβασμό της λαϊκής βάσης.

Το ριζοσπαστικό κίνημα διασπάστηκε, καθώς προέκυψαν σοβαρότατες διαφορές τόσο στο ιδεολογικο-πολιτικό επίπεδο όσο και σε ζητήματα τακτικής – διαφορές που θα πρωτοεκδηλωθούν το 1858 και θα οδηγήσουν στο σχίσμα, στη διάσπαση του Ριζοσπαστισμού, η οποία θα οριστικοποιηθεί το 1862. Θα φτάσουμε δηλαδή στην Ένωση του 1864 με διασπασμένο το ριζοσπαστικό κίνημα.

Το 1858 αντάλλαξαν ανοικτές επιστολές μεταξύ τους ο Ιωσήφ Μομφερράτος από την πλευρά των, των «αληθών» ριζοσπαστών και ο Κων/νος Λομβάρδος από την ομάδα των ενωτιστών, εκπροσωπώντας στην πραγματικότητα τις δύο διαμορφωνόμενες τάσεις μέσα στο κίνημα. Το κύριο διακύβευμα ήταν το κοινωνικό περιεχόμενο του ριζοσπαστισμού. Ο Μομφερράτος έκανε λόγο για «δημοκρατικό ριζοσπαστισμό», για πολιτική και κοινωνική ανάπλαση, την οποία ο Λομβάρδος απέρριπτε, ισχυριζόμενος ότι ο Ριζοσπαστισμός δεν ήταν ποτέ κίνημα με «κοινωνιστικό» περιεχόμενο: «Πότε, φίλτατε Ιωσήφ, έγραφε στον Μομφερράτο, ο λαός της Επτανήσου, συνεταύτισε το ζήτημα της εθνικής αποκαταστάσεως μετά του ζητήματος της εφαρμογής της δημοκρατίας εις το πολίτευμα και του κοινωνισμού ή κομμουνισμού εις την πολιτείαν;». (Αναφέρουμε εδώ για την ιστορία του πράγματος ότι είναι η πρώτη γραπτή μαρτυρία της λέξης «κομμουνισμός» στα νεοελληνικά γραπτά κείμενα). Με τέτοιου είδους φραστικές επιθέσεις ο Λομβάρδος επέσειε το φόβο του κομμουνισμού, για να προκαλέσει στο λαό πανικό και σύγχυση – από τότε, από το 1858, το φόβητρο του κομμουνισμού…- αν και βέβαια ποτέ ο ίδιος ο Μομφερράτος δε χρησιμοποίησε για τον εαυτό του και τους ομοϊδεάτες του αυτόν τον όρο.

Το 1859 κατήγγειλαν οι Ριζοσπάστες την ενωτική διακήρυξη της ΙΑ΄ Βουλής (Ιαν. 1859), που με πρωτοβουλία των ενωτιστών ψηφίστηκε και υποβλήθηκε στην Αγγλίδα βασίλισσα ως «ικετήρια αναφορά». Η εθνική ενοποίηση, η συγκρότηση ενιαίου εθνικού κράτους είναι δικαίωμα των λαών, διακήρυξαν οι Ριζοσπάστες, και δεν επιτρέπονται παρακλήσεις και ικεσίες. Είναι απαίτηση του επτανησιακού λαού η ένωσή του με το υπόλοιπο ελληνικό έθνος και δεν επαφίεται στην καλή θέληση οποιασδήποτε βασίλισσας. Είναι προφανές ότι και σε αυτό το θέμα, που είναι ζήτημα τακτικής, διαφωνούσαν Ριζοσπάστες και Ενωτιστές, ακριβώς γιατί είχαν πια τελείως διαφορετική θεώρηση των πολιτικών πραγμάτων.

Στο μεταξύ, η αγγλική εξωτερική πολιτική και διπλωματία, έχει προσανατολιστεί στην παραχώρηση των νησιών στην Ελλάδα, με την προϋπόθεση να διωχτεί Όθωνας από τον ελληνικό θρόνο και να αντικατασταθεί με νέο βασιλιά, πειθήνιο όργανό της. Η νέα επιλογή, ο Γεώργιος Α΄, δεσμεύτηκε να στηρίξει την αγγλική πολιτική στη νοτιοανατολική Ευρώπη και ανατολική Μεσόγειο, να υπερασπιστεί την ακεραιότητα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας σε βάρος των εθνικοαπελευθερωτικών αιτημάτων του ελληνικού λαού. Οι «αληθείς», βέβαια, Ριζοσπάστες έγκαιρα αντιλήφθηκαν τους στόχους της αγγλικής πολιτικής και διπλωματίας και διείδαν τους κινδύνους για την Ελλάδα, τους οποίους και επισήμαναν μέσα κι έξω από το Ιόνιο Κοινοβούλιο.

«Αγυρτεία» χαρακτήρισε ο Ηλίας Ζερβός Ιακωβάτος την παραπάνω πολιτική της Αγγλίας απέναντι στα Επτάνησα και την Ελλάδα. Και την «οδόν της αγυρτείας», πάντα κατά τον Ζερβό Ιακωβάτο, ακολούθησε ο Λομβάρδος, ο οποίος, συμπλέοντας με την αγγλική διπλωματία, υπήρξε ο κύριος υπεύθυνος της «στρεβλής ενώσεως». Παραμένοντας, μάλιστα, ο Ζακυνθινός πολιτικός «πιστός εις την αγυρτείαν και την ξενολατρείαν», μετατράπηκε, σύμφωνα με τον Κεφαλονίτη ριζοσπάστη, σε «Εφιάλτην του ενωτικού ζητήματος».

Είναι προφανές ότι η ρήξη ανάμεσα στους πρωτοπόρους γνήσιους Ριζοσπάστες και στους μεταγενέστερους «νεοφώτιστους Ενωτιστές» έχει γίνει αγεφύρωτη. Και ο «εσωτερικός αγώνας» φθάνει στο ανώτατο σημείο του, όταν στη ΙΒ΄ Βουλή ο Ζερβός Ιακωβάτος , τον οποίο ακολούθησε και ο Μομφερράτος, ζήτησε από το Σώμα να μην ασχοληθεί με την Ένωση, αλλά με το θέμα των εσωτερικών βελτιώσεων της επτανησιακής κοινωνίας. ΄Ηθελαν οι παλαίμαχοι Ριζοσπάστες, επειδή υποψιάζονταν την αγγλική πολιτική, να αναβάλουν για ευθετότερο χρόνο το εθνικό ζήτημα, γιατί οι συγκυρίες δεν ήταν υπέρ του αγώνα τους, καθώς την όλη διαδικασία κινούσε «ξενικός δάκτυλος».

Αλλά οι Επτανήσιοι βουλευτές στο σύνολό τους αντέδρασαν: ήθελαν την Ένωση. Δηλαδή τώρα μαζί με τους Ενωτιστές θερμοί υποστηρικτές της Ένωσης ήταν οι Καταχθόνιοι, εκείνοι δηλαδή που επίμονα υποστήριζαν το υπάρχον καθεστώς, και οι Μεταρρυθμιστές, εκείνοι δηλαδή που αγωνίζονταν όχι για Ένωση αλλά για συνταγματικές μεταρρυθμίσεις.

Όλοι, λοιπόν, εκτός από τους μάρτυρες του ενωτικού αγώνα, τους Ζερβό Ιακωβάτο και Μομφερράτο. Και όμως αυτούς τους τελευταίους θα δικαιώσουν στο αμέσως επόμενο διάστημα δύο πολιτικοί, ένας Άγγλος κι ένας Έλληνας. Ο Άγγλος υπουργός των Εξωτερικών έγραφε το Δεκέμβριο του 1862 «η παραχώρηση των νησιών θα προσδέσει τους Έλληνες στο νέο μονάρχη τους [το Γεώργιο] και εκείνον σε μας». Ο Έλληνας Χ. Τρικούπης, ειδικός απεσταλμένος της ελληνικής κυβέρνησης στο Λονδίνο για τις σχετικές με την Ένωση διαπραγματεύσεις έγραφε από το Λονδίνο ότι συνειδητοποίησε πως η παρουσία του στην αγγλική πρωτεύουσα απέβλεπε μόνο στο να δώσει τη συναίνεση της ελληνικής κυβέρνησης «εις αποφάσεις ληφθείσας ήδη υπό των άλλων». (Υπενθυμίζω εδώ, με την ευκαιρία αυτή, ότι το ίδιο σύμπτωμα ανέφερε το 1959 ο Μακάριος της Κύπρου, όταν τον κάλεσαν στο Λονδίνο να υπογράψει ό,τι είχαν συμφωνήσει άλλοι, λίγες μέρες νωρίτερα, στη Ζυρίχη για την Κύπρο. Τυχαία ομοιότητα συμπεριφορών ή καθιερωμένη διπλωματική πρακτική;).

Γι’ αυτό και οι Ζερβός Ιακωβάτος και Μομφερράτος δεν έθεσαν υποψηφιότητα για τη ΙΓ΄ Ιόνια Βουλή, η οποία έπρεπε, σύμφωνα με τους σχεδιασμούς της αγγλικής διπλωματίας, να ζητήσει από την Αγγλίδα βασίλισσα να παραχωρήσει τα ιόνια νησιά στο ελληνικό κράτος. Σύσσωμη η Βουλή ψήφισε στις 29 Σεπτεμβρίου 1863 την Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα. Όμως, οι Ριζοσπάστες Ηλίας Ζερβός Ιακωβάτος και Ιωσήφ Μομφερράτος – αυτοί που ουσιαστικά προσωποποιούσαν το ριζοσπαστικό αγώνα – δεν ήταν εκεί. Απουσίαζαν συνειδητά, καθώς δεν ήθελαν να υπογράψουν μια ένωση, που υπαγορεύτηκε από τις πολιτικές σκοπιμότητες της αυτόκλητης Αγγλικής Προστασίας και χορηγήθηκε όχι ως αναφαίρετο και απαράγραπτο δικαίωμα του επτανησιακού λαού, αλλά ως ικεσία προς την Αγγλίδα βασίλισσα. Επρόκειτο για μια «περίεργη» ειρωνεία της ιστορίας…

Και έχει μεγάλη σημασία να κατανοήσουμε εμείς οι Κεφαλονίτες και γενικότερα οι Επτανήσιοι τι γιορτάζουμε στις 21 Μαΐου. Γιορτάζουμε την Ένωση που μεθόδευσε η Αγγλία για τα δικά της αποκλειστικά συμφέροντα, προκειμένου να θέσει στον απόλυτο έλεγχό της το ελληνικό κράτος. Δε γιορτάζουμε την Ένωση που οραματίστηκε το υπέροχο εθνικο-απελευθερωτικό και δημοκρατικο-κοινωνικό ριζοσπαστικό κίνημα, την Ένωση για την οποία αγωνίστηκαν και κυνηγήθηκαν οι συμπατριώτες μας Ριζοσπάστες. Αυτή είναι η ιστορική αλήθεια, μας αρέσει δε μας αρέσει. Αν κάποιος μελετήσει ολόκληρο το προσκήνιο αλλά και το παρασκήνιο των διπλωματικών και πολιτικών ενεργειών όλων των πλευρών (αγγλικών, ελληνικών και αγγλοϊόνιων) θα κατανοήσει πλήρως τους δισταγμούς και την αρνητική στάση των Ριζοσπαστών ηγετών.

Κι έτσι, έγινε εκείνο που πολύ παραστατικά έγραψε ο νεαρός τότε Ριζοσπάστης και μετέπειτα δραστήριος δημοσιογράφος και ακραιφνής δημοκράτης Παναγιώτης Πανάς: Η Αγγλία, για να βγει από τη δύσκολη θέση της στα Επτάνησα, αλλά και για να επανακτήσει την επιρροή της στην Ελλάδα, παραχωρούσε τα Επτάνησα. Πίστευε ότι έτσι θα κατόρθωνε «να μεταφέρη τον αρμοστήν της από Κερκύρας εις Αθήνας, θέτουσα επί κεφαλής αυτού βασιλικόν στέμμα». Και το κατόρθωσε, γιατί διασπάστηκε το ριζοσπαστικό κίνημα, γιατί συμβιβάστηκε η νέα ηγεσία του των ενωτιστών. Πέτυχε δηλαδή η Αγγλία να σταματήσει την προστασία της στα Επτάνησα, αλλά αμέσως αναλάμβανε την προστασία της σε ολόκληρο το ελληνικό κράτος. Έπαυε τον αρμοστή της στα Επτάνησα, αλλά αμέσως έχριζε αρμοστή της στην Ελλάδα το νέο βασιλιά Γεώργιο. Και από τότε η πρόσδεση της Ελλάδας στο αγγλικό άρμα θα μείνει σταθερή για 80 περίπου χρόνια, μέχρι την έναρξη του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου…

Έχοντας υπόψη μας τη σοφή ρήση του εθνικού μας ποιητή Δ. Σολωμού ότι οφείλουμε να θεωρούμε εθνικό ό,τι είναι αληθινό, καταλήγουμε στα παρακάτω, συνδέοντάς τα ο καθένας μέσα στη δική του σκέψη με το σήμερα, τηρουμένων βέβαια των αναλογιών:

—- Οι πραγματικοί Ριζοσπάστες παρέμειναν αμετανόητα πιστοί στο εθνικο-απελευθερωτικό και δημοκρατικο-κοινωνικό όραμά τους και ανυποχώρητοι στον αγώνα τους.

—- Οι Ενωτιστές, προσαρμοζόμενοι στις απαιτήσεις, όχι του λαϊκού κινήματος, αλλά στις επιταγές της αγγλικής διπλωματίας, παρουσιάστηκαν ως «ρεαλιστές», αφού βέβαια προηγουμένως απονεύρωσαν τον ενωτικό αγώνα από το δημοκρατικό και κοινωνικό του περιεχόμενο.

—- Το ριζοσπαστικό κίνημα νοθεύτηκε κάτω από την ηγεσία του Κ. Λομβάρδου στην τελευταία φάση του ενωτικού αγώνα με σοβαρότατες συνέπειες στη μορφή και το περιεχόμενο της Ένωσης.

Αλλά, δεν ήταν η πρώτη φορά ούτε θα είναι και η τελευταία, που συμβαίνει κάτι τέτοιο. Τα κινήματα δεν έχουν πάντα μια ευθύγραμμη πορεία. Έχουν πισωγυρίσματα, έχουν άνοδο και κάθοδο, αλλά και υφίστανται ανανεώσεις και εμπλουτισμούς, αλλοιώσεις και συμβιβασμούς. Τα τελευταία συνέβησαν στο ριζοσπαστικό κίνημα. Το κίνημα ηττήθηκε από τα μέσα, λόγω των νοθεύσεων και των συμβιβασμών του, όσο κι αν επέμεναν οι γνήσιοι εκφραστές του στον αρχικό διπλό προσανατολισμό του. Η διαλεκτική των κινημάτων τα έχει αυτά κι εμείς οφείλουμε να κάνουμε τις σωστές εκτιμήσεις και αξιολογήσεις.

Παράλληλα, ωστόσο, πρέπει να βλέπουμε και την άλλη διάσταση. Οι αρχές και οι πρακτικές του γνήσιου Ριζοσπαστισμού δεν πήγαν χαμένες, καθώς μπόλιασαν στο μεταξύ τους νέους δημοκρατικούς και πρωτοσοσιαλιστικούς αγώνες τόσο στο νησί μας όσο και στην άλλη Ελλάδα.

—- Από την πηγή του Ριζοσπαστισμού θα πιουν ο Παναγιώτης Πανάς και ο Μαρίνος Αντύπας, ο Νικόλας Μαζαράκης και ο Ρόκκος Χοϊδάς, για να δώσουν το δικό τους δημοκρατικό-κοινωνικό αγώνα στην Κεφαλονιά αλλά και έξω από αυτήν.

—- Από τη ριζοσπαστική πηγή θα πιούν οι εκατοντάδες επώνυμοι κι ανώνυμοι, για να οργανώσουν το εργατικό κίνημα του νησιού στα τέλη του 19ου αιώνα, ιδρύοντας τα πρώτα εργατικά σωματεία, που τους έδωσαν μάλιστα και σημαδιακά ονόματα: «Αλληλοβοήθεια» ονομάστηκε το σωματείο του Αργοστολιού και «Αδελφοποίηση» του Ληξουριού.

—- Από τη ριζοσπαστική πηγή θα πιουν και όλοι εκείνοι, που από τις δεκαετίες του 1920 και 1930, παράλληλα με τη συμμετοχή τους στα σωματεία των αρτεργατών, των οικοδόμων, των τσαγκαράδων, των λιμενεργατών κ.ά., θα στήσουν στο νησί μας με σκληρούς αγώνες τους πρώτους πυρήνες του τότε νεογέννητου Κομμουνιστικού Κόμματος, για να περάσει σε άλλα επίπεδα η εθνικο-κοινωνική πάλη του κεφαλονίτικου αλλά και ολόκληρου του ελληνικού λαού.

—- Από τη ριζοσπαστική πηγή ήπιαν και οι Κεφαλονίτες αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, όπως αναφέραμε στην αρχή της ομιλίας μας.

Επομένως, τίποτε δεν πήγε χαμένο. Κανένας αγώνας δεν πάει χαμένος.

Τελικά: η επανασύνδεση με το Λόγο και την Πράξη των Ριζοσπαστών προγόνων μας πρέπει να αποτελεί σταθερό σημείο αναφοράς για όλους εμάς τους Κεφαλονίτες και όλους τους Επτανήσιους, για όλους τους Έλληνες αλλά και για κάθε σύγχρονο αγωνιστή της δημοκρατίας, της κοινωνικής προόδου και της σοσιαλιστικής προοπτικής.

Ληξούρι, 6-8-2014 
 Πέτρος Πετράτος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε για τα σχόλια, να χρησιμοποιείτε Ελληνική γραμματοσειρά και σε ευπρεπές επίπεδο, χωρίς να θίγεται η τιμή και η υπόληψη κανενός πολίτη.